Αφιερώνεται στον γιο του ποιητή, που με πάθος μελετά την ιστορία και τη δομή των φάρων, με επίκεντρο τον Κάβο Πάπα, συνεχίζοντας έτσι τον διάλογο ανάμεσα στις γενιές για τη μνήμη, τη θάλασσα και το φως
Στην άκρη της Ικαρίας, εκεί όπου το πέλαγος συναντά τον ουρανό, στέκει ο φάρος του Κάβο Πάπα. Πέτρινος, αμετακίνητος και φωτεινός, φρουρός των θαλασσινών δρόμων και μάρτυρας αιώνων. Ο Στέλιος Ε. Λύκος μας οδηγεί σ’ ένα λυρικό ταξίδι στον φάρο, με εικόνες γεμάτες φως, νοσταλγία και θαλασσινή πνοή. Γέφυρα ανάμεσα στο φυσικό τοπίο και στην ψυχή, αναδεικνύοντας τον συμβολισμό του φάρου ως σήμα ελπίδας και καθοδήγησης.

Φ Α Ρ Ο Σ Κ Α Β Ο Π Ά Π Α Σ Ι Κ Α Ρ Ι Α Σ
(V I b r a t o)
>του Στέλιου Ε. Λύκου<
Φούλια, μπεγκόνιες (οι βασίλισσες) κι όλα
απο βραδίς ποτισμένα.
Επτά φορές μετρήσαμε την ομορφιά
στον απόυπνο κήπο μας.
Και όπως πλώρη βαποριού
που αλλάζει γραμμή πορείας,
από μακριά μαγνητίζεται το βλέμμα
στου κάβου το ξημέρωμα.
Με χαρούμενα χρώματα η καρδιά μας.
Σήμερα θα έχει όνομα η μέρα!
Με τα εφόδια και το κατευόδιο της Μάνας
όπου ράντιζε με σταυρό το αγίασμα στο δρόμο
(όπως το΄χε συνήθεια της) κινήσαμε.
Βήμα το βήμα στης ξερολιθιάς το στάχυ
ελιές γυρμένες στο νοτιά,
σκιές κι ανταύγειες θαλασσινές.
Σε λίμνες νοσταλγίας το βήμα πάτησε
χνάρια παλιά.
Στο έξαλλο καλοκαίρι
η μέρα ψήλωνε για καλά
και καθώς είδε στ’ ακροθάλασσα κόρες γυμνές να χαίρονται,
μην πάρουν φωτιά οι γιαλοί,
σε όλο το Ικάριο έγραφε:
Γραίγος.
Το άσπρο ακρωτήρι μας δείχνει το δρόμο
εκεί που η στιγμή περίμενε,
(πριν το πέτρινο εκκλησάκι του Αϊ Γιώργη
που ευλογεί τον κόλπο επτά αιώνες)
ανοίγει το ουρανί πύλη στον Πουνέντε
και να ο φάρος!
Μέσ’ από κύματα, γαλάζιους καθρέφτες
φτάσαμε εδώ, στου φάρου την άκρη.
Σ’ αυτό τ’ ακροτελεύτιο σημείο με το κυρίαρχο μπλε
(σταγόνα από την πένα του Θεού)
με δέος σταθήκαμε!
Καμπανούλες της αλήθειας ήχησαν πάλι.
Είμαστε εδώ, στου φάρου την άκρη.
Όσο ο Έρωτας ποτέ δεν άγγιξε κορμί
ένα εφηβικό αεράκι πέρασε τα χόρτα.
Από τον άμβωνα ο Θεός το χέρι άπλωσε κάτω από
τον χιτώνα του και εποίησε το Άριστον!
Μίλια στα μίλια το μπλάβα.
Σπαρμένα διάφανα νησιά, θρύλοι και ιστορίες
ανοίγονται σε ελληνικούς φθαρμένους πάπυρους.
Βράχοι με της αρμύρας το μάτι μαύρο-ζωντανό
ωσάν του Ηνιόχου, στο ξίφισμα των αιώνων
από ψηλά ως την ανάσα των φυκιών και το κύμα
που σκάει στα πόδια τους (να μη νιώθουν μοναξιά)
με ασημιά ομπρελλίνα.
Μέσα: του φάρου το οπτικό
με το μετάλλιο της τιμής.
Περίτεχνα κρύσταλλα όπου μέσα τους πέρασαν χιλιάδες
νύχτες πάνω σε νύχτες παλιές.
Η ίρις τους μέχρι τη βαθιά νοσταλγία
Σ τ ι ς χ ι λ ι ά δ ε ς ν ύ χ τ ε ς
Π ά ν ω σ ε ν ύ χ τ ε ς π α λ ι έ ς.
Όλα μιλούν ευγενικά.
Οι αισθήσεις που ξέρουν από μετάφραση φωτός
μου στέλνουν σήματα,
που θα ‘θελα να γίνω ευανάγνωστος.
Δε διαβάζεται αλλιώς ο αέρας.
Άλλο άκαρπος κήπος κι άλλο φωτεινή πλεύση
σε δροσερά νερά.
Ήρθε απόγευμα.
Πυρακτωμένο κατεβαίνει το στεφάνι του ήλιου
που όλο και λιγοστεύει σαν τελείωμα παραμυθιού
του Άντερσεν.
Κοιτάζαμε όσο πιάνει το μάτι
κατά κει
που δε γίνεται πιο δυτικά από τη Δύση .
Και ήρθε νύχτα, νύχτα σε βάθος.
Ρουμπίνια της σελήνης στάζουν στα νερά.
Στο θάλλος τ’ ουρανού τρίζουν τ’ άστρα.
Ο φάρος άγρυπνος φρουρός με δέσμες φωτός
σπαθίζει τη νύχτα σε πελαγίσια περάσματα
για να ’χει απόσταση ο κίνδυνος.
Κάθε είκοσι δεύτερα μία και πάλι μία.
Μείναμε κι εμείς μια νύχτα συντροφάκια του
έως τον όρθρο που μπήκε απ’ το παράθυρο
κι έως που ξύπνησε το πέρα αμμουδάκι.
Εμείς που ξέρουμε από πέλαγο,
τη βενθονική αχιβάδα την είδαμε
και τα δελφίνια που πήδηξαν
έως το άλλο θέρος.
“Στο Γιό μου που με πάθος και αμετανόητα
μελετάει τη δομή και την ιστορία των φάρων παγκοσμίως
Στέλιος Ε. Λύκος






