Ιστορικές πληροφορίες, τεχνικά στοιχεία και προφορικές μαρτυρίες γύρω από τον φάρο και τη σημασία του
Ο πυρήνας του κειμένου δημοσιεύτηκε αρχικά τον Γενάρη του 2001 στο περιοδικό «Ο Πάπας» (Σύλλογος χωριών Κοινότητας Καρκιναγρίου), αναδημοσιεύτηκε ως μέρος ευρύτερης μελέτης για την Ιστορία των Φάρων τον Δεκέμβριο του 2001 στα «Ικαριακά» (τεύχος 42) της Πανικαριακής Αδελφότητας Αθηνών και η εκτεταμένη, σημερινή εκδοχή του αναρτήθηκε στο προσωπικό facebook προφίλ του συγγραφέα, Ευάγγελου Σ. Λύκου, σε τέσσερις συνεχόμενες δημοσιεύσεις την Κυριακή 17 Αυγούστου 2025 (μετά από απόπειρα ανάρτησης το 2024 για την Παγκόσμια Ημέρα Φάρων).
Η μελέτη αφιερώνεται στους γονείς του, Στέλιο Ε. Λύκο και Μίνα Ν. Παραλαίμου, που του ενέπνευσαν το πνεύμα για το ‘Φανάρι’ και στάθηκαν αφετηρία με το πρώτο βιβλίο φάρων το 1998, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο ποίημα που έχει γράψει ο πατέρας του για τον Φάρο Κάβο Πάπα Ικαρίας.
ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΦAPOΥ ΚΑΒΟ ΠAΠA, ΙΚΑΡΙΑΣ
«Νύχτιο Πελαγίσο Μάτι»
Δια μέσου ανθρωπιστικής κρίσης, πολέμου και αίματος, ο Φάρος παραμένει ζωντανό σύμβολο παραδειγματικού ανθρωπισμού. Ένα ειρηνικό έργο, όπλο σωτηρίας και όχι χαμού του ανθρώπου.
Η μελέτη αυτή
Αφιερώνεται στον αγαπημένους Πατέρα & Μητέρα μου, Στέλιο Ε. Λύκο & Μίνα Ν. Παραλαίμου για την εμφύσηση του πνεύματος για Το «Φανάρι» όπως το αποκαλεί & για το πρώτο βιβλίο φάρων εν έτη 1998, αντιστοίχως.
***
— ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ —
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΤΕΧΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
I. Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ «ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΩΘΟΜΑΝΙΚΩΝ ΦΑΡΩΝ»
II. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ & ΝΕΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
III. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ & Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
IV. Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΟΠΤΡΙΚΟΥ
V. Ο ΠΟΙΟΤΙΚΌΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΤΑΔΙΟΠΤΡΙΚΟΥ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΟΣ.
VI. Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
VII. Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΔΥΚΤΙΟ & ΤΟ ΕΛΛΗΝΟ-ΓΑΛΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
VIII. Η ΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΤΟ 1933
IX. Ο ΦΑΡΟΣ ΣΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ & ΕΩΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 80΄
X. ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ
XI. ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΒΟ
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΑΠΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΈΣ ΜΑΡΤΥΡΊΕΣ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
***

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Από την Παγκόσμια Ημέρα Φάρων του 2024 είχε εκφραστεί η πρόθεση για τη δημοσίευση της ιστορίας του φάρου της Ικαρίας, στον κάβο Πάπα. Η ανάρτηση καθυστερούσε λόγω της ιδέας για μια σημαντική αναθεώρηση και επέκταση του άρθρου που αρχικά είχε δημοσιευθεί τον Γενάρη του 2001 στην περιοδική έκδοση του συλλόγου των χωριών κοινότητας Καρκιναγρίου Ικαρίας «Ο Πάπας». Μια δεύτερη δημοσίευση είχε λάβει χώρα στην ετήσια έκδοση της Πανικαριακής Αδελφότητας Αθηνών «Ικαριακά» τεύχος 42, Δεκέμβριος 2001 και αποτέλεσε μέρος μεγαλύτερης μελέτης για την Ιστορία των Φάρων ευρύτερα. Φτάνουμε στο κυριολεκτικό σήμερα, όπου μια 3η εκδοχή παρουσιάζεται μέσα από ζυμώσεις και έρευνες για την οποία το αρχικό άρθρο αποτέλεσε «πυρήνα».
Κατόπιν μη επιτυχημένης προσπάθειας δημοσίευσης την ημέρα επετείου για τα 135 χρόνια λειτουργίας του Πάπα τον περασμένο Μάιο -λόγω όγκου 35 σελίδων- και ανήμερα πλέον της Παγκόσμιας Ημέρας Φάρων, σήμερα Κυριακή 17 Αυγούστου 2025 η δημοσιοποίηση γίνεται σε τέσσερις (4) αλυσιδωτές αναρτήσεις.
Βιβλιογραφία η οποία να έχει καταγράψει την ιστορία του φάρου Πάπα δεν υφίσταται. Τρία είναι τα ήδη των τίτλων μέσα από τους οποίους μπορούμε να τον ερευνήσουμε, ανεξάρτητα από τυχόν αρχειακό υλικό και προφορικές μαρτυρίες:
1ον τίτλοι αναφερόμενοι στην τεχνολογία που έμελε κάποτε να ενσωματώσει.
2ον παγκόσμιους φαροδείκτες και φαροδείκτες Ανατολικής Μεσογείου 19ου αιώνα, φαροδείκτες του Αιγαίου Πελάγους 20ου αιώνα στους οποίους αναφέρονται τα χαρακτηριστικά του φωτισμού, οι φωτοβολίες και ορισμένες χρονολογίες μεταρρυθμίσεων. Όσο παλαιότερος ο φαροδείκτης τόσο περισσότερες οι πληροφορίες που μας προσφέρει, (για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξηγήσουμε).
3ον τίτλοι οι οποίοι εντάσσουν τον Πάπα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ύπαρξης και αναφέρουν ίσως μόνο την ημερομηνία πρώτης λειτουργίας του.
Σε πιθανή κριτική για το πλήθος αριθμών και διαστάσεων δίδεται η απάντηση πως χωρίς ακρίβεια η αξία του κειμένου θα ήταν μικρή.
Οι παραπομπές βιβλιογραφίας και σημειώσεις εντός του κειμένου έχουν αποφευχθεί για χρηστικούς λόγους. Μόνο οι πρωτογενείς πληροφορίες από προφορικές μαρτυρίες οι οποίες έχουν αριθμηθεί εντός τετράγωνων αγκυλών [ ], αποσαφηνίζονται στο τέλος.
Εκτενέστερη αναφορά στο Φάρο του Πάπα θα ήταν δυνατή και πλέον θα αφορούσε έντυπη έκδοση.
Μετά την παρούσα δημοσίευση παραμένει ανοιχτή η δυνατότητα αλλαγών στα κείμενα καθώς και η προσθήκη περαιτέρω φωτογραφικού υλικού.
***
TEXNIKOI OPOI
Δείκτης Διάθλασης (συμβολίζεται με n ή N):
Ορίζεται ως το πηλίκο της ταχύτητας του φωτός c, μέσα σε κάποιο υλικό, προς την ταχύτητα του στο κενό u. Θεωρούμε πως ο δείκτης διάθλασης του κενού έχει τιμή 1.
—
Ειδικό βάρος:
Ειδικό βάρος ενός υλικού, ονομάζουμε τον λόγο του βάρους μιας ποσότητος του υλικού προς το βάρος ίσης ποσότητος νερού.
—
Εστιακή Απόσταση:
Καλείται η οριζόντια απόσταση που παρεμβάλλεται μεταξύ του κατακόρυφου άξονα της φωτιστικής εστίας και του κέντρου της εσωτερικής επιφάνειας των φακών του φωτιστικού μηχανήματος φάρου.
—
Εστιακό Ύψος:
Η υψομετρική απόσταση καθέτως μετρούμενη από την μέση επιφάνεια θαλάσσης έως την φωτεινή εστία του φάρου.
—
Μονάδα φωτεινής έντασης Καρσέλ (Carcel):
Παλαιά μονάδα μέτρησης έντασης φωτός η οποία δεν χρησιμοποιείται πλέον στο διεθνές σύστημα μονάδων. Εμφανίστηκε στη Γαλλία τον 19ο αιώνα. Πήρε το όνομά της από τον A. Carcel, Γάλλο μηχανικό που ανέπτυξε βελτιωμένη λάμπα ελαίου. 1 καρσέλ αντιστοιχούσε στην ένταση φωτός μιας λάμπας που έκαιγε καθαρό λάδι colza (ένα είδος φυτικού ελαίου), με φλόγα ύψους περίπου 40 χιλιοστών, χρησιμοποιώντας φυτίλι συγκεκριμένων διαστάσεων, και σε ορισμένες σταθερές συνθήκες καύσης.
Σήμερα η επίσημη μονάδα μέτρησης έντασης φωτός είναι η Καντέλα (cd)
1 καρσέλ = 9,61 καντέλες
—
Φακός Αμφίκυρτος:
Συγκλίνων φακός που διαθέτει δυο κυρτές πλευρές.
—
Φακός Επιπεδόκυρτος:
Συγκλίνων φακός που καθώς τον κοιτάζουμε σε προφιλ έχει την μια πλευρά του επίπεδη και την έτερη πλευρά του κυρτή (καμπυλωτή προς τα έξω).
—
Φωτοβολία Γεωγραφική:
Είναι η απόσταση μέχρι την οποία η καμπυλότητα της γης και η ατμοσφαιρική διάθλαση επιτρέπει σε παρατηρητή που βρίσκεται σε ορισμένο ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας να βλέπει το φως της εστίας του. Παρέχεται όταν η φωτοβολία του φάρου είναι μεγαλύτερη από τη γεωγραφική.
—
Φωτοβολία Μηχανήματος:
Ονομάζεται η φωτοβολία σε ναυτικά μίλια από την οποία παρατηρητής στο ύψος της εστίας του φωτός, έχοντας μέση δύναμη οράσεως, διακρίνει το φως των φάσεων του φάρου. Εξαρτάται από τη φωτιστική ένταση του πυρσού, τη δύναμη οράσεως του παρατηρητή και την ατμοσφαιρική διαφάνεια.
—
Φωτοβολία Ονομαστική:
Είναι η μέγιστη φωτιστική φωτοβολία του φάρου όταν η μετεωρολογική ορατότητα στην περιοχή είναι 10 ν.μ.
—
Φωτοβολία Φωτιστική:
Ονομάζουμε τη μέγιστη απόσταση σε ναυτικά μίλια που μπορεί να γίνει ορατό το εστιακό φως συναρτήσει της ισχύς του φωτιστικού μηχανήματος, τη μετεωρολογική ορατότητα και το ύψος του παρατηρητή.
***
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Όλοι μας έχουμε αναζητήσει την αναλαμπή του μια πυκνή πελαγίσια νύχτα ή την λευκή σιλουέτα του στο ημερήσιο φως, με τους αγκώνες στην κουπαστή του πλοίου της γραμμής πλησιάζοντας τη Nικαριά. Ο μεγάθυμος φάρος του Πάπα αποτελεί ορόσημο για τους ντόπιους, ελάχιστα όμως είναι γνωστά για την ιστορία του.
Έτη 135, χαραγμένα σε άνεμο κι αλμύρα, βεβαιώνει η θάλασσα. Αποσπάσματα της οποίας ακούσαμε απ’ τους παππούδες μας, πίνοντας κρασάκι επί τόπου με κάποιον φαροφύλακα μα και μέσω περεταίρω πρωτογενούς έρευνας.
O Kάβο Πάπας, το αρχέγονο όνομα του οποίου ήταν «Kάβο Mαύρο», οφείλει κατά την παράδοση το νεότερο όνομά του στο ναυάγιο πλοίου που 700 περίπου χρόνια πριν μετέφερε τον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. O λαϊκός θρύλος αναφέρει πως ο Πάπας και όσοι τον συνόδευαν σώθηκαν και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, έχτισαν στον τόπο αυτό εκκλησάκι προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, το οποίο και σώζεται μέχρι σήμερα στον παρακείμενο του κάβου κόλπο.
Ένα άγριο τοπίο, μες την ομορφιά του, μα αφύλακτο για χιλιετίες να αποτελεί ολέθριο κίνδυνο για τον «αρχαίο» ναυτιλλόμενο, που περνώντας τον Κάβο και ελλείψει ναυτιλιακών βοηθημάτων αδημονούσε για ένα φωτεινό σινιάλο που θα του ψιθύριζε σαν καλή Σειρήνα: «Κρατήσου μακριά»
Πότε όμως ο απότομος αυτός «βράχος» έμελε να φωτιστεί;
Γύρω στο 2001 ο γράφων είχε μια τυχαία συνάντηση στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος με τον αείμνηστο Γήση Παπαγεωργίου, περίφημο σκιτσογράφο και συγγραφέα του βιβλίου «Ελληνικοί Πέτρινοι Φάροι», ο οποίος είχε διατελέσει ως Διευθυντής της Υπηρεσίας Φάρων το 1980-81. Ο ίδιος δήλωνε τότε την πρόθεση του προς υλοποίηση μια ιδέας που αφορούσε κατασκευή μεγάλων διακοσμητικών «χρυσών» νομισμάτων με ανάγλυφα, δικά του σχέδια φάρων της ελληνικής επικράτειας. Η πρόταση που του ετέθη από τον γράφοντα είναι η σειρά αυτή νομισμάτων να αφορά τους μεγαλύτερους φάρους δηλαδή εκείνους Α’ και Β’ τάξης (Οι τάξεις φάρων αποσαφηνίζονται επαρκώς εν συνεχεία), συμπεριλαμβανομένου του Πάπα. Η απόκριση ήτο πως δεν επιθυμούσε να συμπεριλάβει «τουρκικούς» φάρους στην συλλογή αυτή νομισμάτων. Ποια όμως είναι η πραγματικότητα; Οι φάροι του Ανατολικού Αιγαίου και της Μικράς Ασίας πατούσαν σε υπό κατοχή εδάφη που ήσαν για χιλιετίες εθνικός χώρος και δεν κατασκευάστηκαν από Οθωμανούς, μα από Γάλλους, με γαλλική τεχνολογία και τεχνογνωσία όπως πλείστοι άλλοι στα ελεύθερα ελληνικά νερά. Αντιστοίχως οι περισσότεροι φάροι το Ιονίου κατασκευάστηκαν με Αγγλική μέριμνα. Αποτελεί μαθηματική βεβαιότητα πως αν οι τόποι αυτοί δεν είχαν απολέσει προσωρινά την εθνική τους ταυτότητα, θα είχαν συμπεριληφθεί στην «Γνωμοδοτική επί των Φάρων Επιτροπή» της Ελλάδος του 1889, η οποία συστάθηκε για να μελετήσει ορθολογιστικά τον φωτισμό των Ελληνικών ακτών. Το θαλάσσιο πέρασμα δε του Πάπα θεωρείται τόσο σημαντικό ώστε ο συντάκτης της παρούσης μελέτης πιθανολογεί πως σε Ελληνικά χέρια θα είχε φωταγωγηθεί έτη πριν από την σύσταση της Επιτροπής.
***
- Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ «ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΩΘΟΜΑΝΙΚΩΝ ΦΑΡΩΝ»
Ο Μάριους Μισέλ (Marius Michel) 1819-1907 ξεκίνησε την λαμπρή καριέρα του ως ναυτίλος μέσα από το Γαλλικό πολεμικό μα ως ασύμβατος με τους περιορισμούς της στρατιωτικής πειθαρχίας ζήτησε να αποταχθεί αυτοβούλως ώστε να εισέλθει στο εμπορικό ναυτικό του Γαλλικού δημοσίου. Το 1843 και ενώ ο πόλεμος της Κριμαίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, γίνεται δεκτός στην Υπηρεσία Ταχυδρομικών Δεμάτων που εξυπηρετούσαν την Εγγύς Ανατολή. Τοποθετείται στο πλοίο «Άμστερνταμ», όπου με τα χρόνια αναρριχάται στην πυραμίδα της ιεραρχίας.
Κατά την διάρκεια της θητείας του και «οπλισμένος» με την ανασφάλεια που του προκαλούσαν οι σκοτεινές ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, αναλαμβάνει αυτοβούλως μια συστηματική μελέτη για τον επαρκή φωτισμό τους. Με τα πολυάριθμα ταξίδια του και το πλήθος των διαδρομών που ακολουθούν τα πλοία της ταχυδρομικής υπηρεσίας αποκτά άριστη άποψη και γνώση της επιλογής των σημείων που θα έπρεπε να φώτο-σημανθούν.
Στις 12 Δεκεμβρίου του 1854 καθώς το «Άμστερνταμ» επρόκειτο να αποπλεύσει από την Κωνσταντινούπολη για την Μασσαλία ο πλοίαρχος Μισέλ είδε τον Στρατηγό Ολιβιέ Λαν ντε Μοντεμπέλο, προσωπικό φίλο και υπασπιστή του Ναπολέοντα Γ’ να επιβιβάζεται στο πλοίο επιστρέφοντας από έρευνα για την κατάσταση στην Κριμαία. Ο Μοντεμπέλο εξηγεί στον πλοίαρχο πως λόγω της επείγουσας ανάγκης της αποστολή του, έπρεπε να φτάσει στη Γαλλία το συντομότερο δυνατόν.
Ο πλοίαρχος προς ικανοποίηση της επιθυμίας του στρατηγού αποφασίζει να ακολουθήσει την πιο άμεση αλλά επικίνδυνη διαδρομή, ώστε αναγκάζεται να παραμείνει τέσσερις νύχτες στη γέφυρα δίπλα στους αξιωματικούς του.
Με τον Μοντεμπέλο να διαπιστώνει με έκπληξη την απουσία του πλοιάρχου κάθε βράδυ από το δείπνο «1ης τάξης», ο Μισέλ εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να συζητήσει μαζί του την ανεπάρκεια του φωτισμού των παραπλεόντων ακτών. Κατόπιν αιτήματος του στρατηγού μάλιστα ο Μισέλ υποβάλλει την μελέτη που έχει ήδη φέρει εις πέρας.
Ο Μοντεμπέλο διακρίνει την σοβαρότητα του ζητήματος και με την επιστροφή του στο Παρίσι στις 7 Γενάρη του 1855 παραθέτει την έκθεση στον Ναπολέοντα Γ’. Ο Αυτοκράτορας πέρα από το άμεσο στρατιωτικό ζήτημα της νυχτερινής έλλειψης ασφάλειας πλεύσεων διέκρινε την έκταση της πολιτικής σημασία του συγκεκριμένου ζητήματος. Επρόκειτο για ένα κενό το οποίο παρέμενε ακάλυπτο. Αν όχι η Γαλλία, τότε η Αγγλία σίγουρα θα συνειδητοποιούσε την ανάγκη για την κάλυψη των αναγκών αυτών.
Ο Ναπολέοντας άμεσα ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Κωνσταντινούπολη επισημαίνοντας τα πλείστα ναυτικά ατυχήματα των Γαλλικών πλοίων, ελλείψει ναυτικής σήμανσης, τα οποία προμήθευαν με υλικό τα γαλλικά στρατεύματα στον πόλεμο της Κριμαίας. Το παλάτι υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορούσε να αρνηθεί και αποφασίζει να δημιουργήσει έναν κρατικό φορέα για την εγκατάσταση φάρων και φανών διορίζοντας τον Μισέλ ως διευθυντή. Ο στόχος είναι η άμεση δημιουργία 36 νέων φάρων στα Δαρδανέλια και την Μαύρη θάλασσα και τεσσάρων στη είσοδο του Δούναβη.
Τα φαρικά τέλη που θα κατέβαλαν οι πλοιοκτήτες θα ήταν αρκετά για την συντήρηση τους ωστόσο αρχικά φαίνεται πως ο Μισέλ διέθεσε μέρος της περιουσίας του. Παρομοίως ο Ναπολέοντας συμβάλει με 12 εκ. φράγκα από μυστικά κονδύλια.
Στα τέλη του 1859 μόνο 20 φάροι και φανοί είχαν κατασκευαστεί ή εκσυγχρονιστεί κάτι που οφείλονταν στην επιτηδευμένη κωλυσιεργία των Οθωμανών. Με το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου οι Οθωμανικές αρχές φάνηκαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τον τόσο δαπανηρό αυτό οργανισμό, ενώ ταυτόχρονα ανησυχούσαν για σοβαρές επιπλοκές στο διεθνές εμπόριο στην περιοχή καθώς η Μεγάλη Βρετανία δεν έβλεπε με καλό μάτι την εμπλοκή της Γαλλίας στο σημαντικό αυτό ζήτημα.
Ούτως ή άλλως η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν χαρακτηριζόταν για την ευλάβεια της ως προς την προστασία της ναυτιλίας. Η κατάσταση φωτισμού εκεί πριν την ανάληψη ευθυνών από τον Μισέλ ήταν κακή και η λειτουργία των όποιων κατασκευών σήμανσης πρόχειρη. Λειτουργία που σε αρκετές περιπτώσεις ήταν εξαρτημένη από οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.
Επί παραδείγματι οι πυρσοί των Δαρδανελίων σε σοβαρή ένδειξη αδιαφορίας άναβαν μόνον όταν ο στόλος του Σουλτάνου ήταν κοντά. Σε άλλη περίπτωση από μελέτη του 1755 από τον βαρόνο ντε Τόντ μαθαίνουμε σε σχέση με τον πυρσό της Ανατολίας, που έστεκε επί της Ασιατικής ακτής της εξόδου του Βοσπόρου προς τη Μαύρη Θάλασσα, πως οι φύλακες του έσβηναν τη φλόγα επίτηδες, προκαλώντας ναυάγια που για εκείνους αποτελούσαν κερδοφόρο επιχείρηση λεηλασίας πλοίων.
Ένας άλλος πλοίαρχος ο Μπερνάρντ Καμίγ Κολάς (Bernard-Camille Collas) (1819-1898) ιδιαίτερα δραστήριος σε ναυτιλιακά θέματα, πολιτικός και ο οποίος απολάμβανε μεγάλης δημοτικότητας στην γενέτειρα του, τη γαλλική πόλη του Μπορντό, λόγω της αφοσίωσης του στα κοινά λαϊκά συμφέροντα, ενδιαφέρθηκε επίσης για το ζήτημα των φάρων. Αυτό συνέβη κατόπιν της γνωριμίας του με τον Μισέλ. Μαζί αποφασίζουν να συνεργαστούν και τον Δεκέμβριο του 1859 υπέβαλλαν στην Γαλλική κυβέρνηση σχέδιο συμφωνίας για την παραχώρηση φάρων στην οθωμανική αυτοκρατορία. Το σχέδιο προέβλεπε την ολοκλήρωση του ημιτελούς φωτισμού και την αύξηση των φάρων και φανών στους 96 ανά την επικράτεια.
Η Μεγάλη Βρετανία προσπαθεί να αντισταθεί μέσω διαπραγματεύσεων, ματαίως.
Το 1860 Ο Μισέλ και ο Κολάς ιδρύουν από κοινού την ιδιωτική εταιρεία κατασκευής, διοίκησης και διαχείρισης Φάρων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας «Administration Generale des phares de l’Empire Ottoman» και γίνεται η ολοκληρωτική ανάληψη του δυσχερούς έργου τους.
Η συμφωνία έλαβε χώρα τον Αύγουστο με βάση σύμβαση παραχώρησης που υπέγραψε η ιδιωτική εταιρία με την Υψηλή Πύλη, με ρήτρες σημαντικών προβλέψεων τόσο νομικών όσο και οικονομικών. Σκοπός, η χάραξη της στρατηγικής θέσης βοηθημάτων για τη ναυτιλία (φάρων & φανών), η τεχνική μελέτη και η επίβλεψη της κατασκευής τους, η συντήρηση και λειτουργία τους, προς βελτίωση της ναυσιπλοΐας και προστασίας της εμπορικής και στρατιωτικής ναυτικής κυκλοφορίας.
Η εταιρία λειτούργησε ως παραχωρησιούχος (concessionaire), διατηρώντας το δικαίωμα συλλογής ποσοστού 78% των τελών από τα διερχόμενα πλοία αρχικά για 25 χρόνια, σύμβαση που επεκτάθηκε.
Ο Μισέλ και Κολάς θα αναλάμβαναν την πλήρη οργάνωση της υπηρεσίας την κατασκευή και συντήρηση των υποδομών με δικά τους έξοδα, χρησιμοποιώντας γαλλική τεχνολογία, εξοπλισμό και τεχνογνωσία. Η επιλογή του προσωπικού, προσλήψεις και απολύσεις, ύψος και κατανομή μισθών μηχανικών, τεχνικών και φαροφυλάκων καθώς και η υποχρέωση για τις αναγκαίες προμήθειες τους, βαρύνουν αποκλειστικά στους παραχωρησιούχους.
Ταυτόχρονα αναλαμβάνουν την υποχρέωση να απασχολούν όσο το δυνατόν περισσότερους Οθωμανούς υπηκόους. Και ενώ η γενική διεύθυνση της υπηρεσίας βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, τα κεντρικά γραφεία εγκαθίστανται στη Γαλλία για άμεσες συνεννοήσεις με τις κατασκευάστριες εταιρίες.
Με την λήξη της σύμβασης όλος ο εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις θα έρχονταν στην ιδιοκτησία των Οθωμανών.
Οι οικονομικοί κίνδυνοι μιας τέτοιας επιχείρησης είναι περιορισμένοι καθώς με την έναρξη καταβολής φαρικών τελών από τα πλοία θα εξασφαλίζονταν η χρηματοδότηση όλων των μέχρι τότε αλλά και μετέπειτα εξόδων, με τους ιδιοκτήτες τις εταιρίας να αποκομίζουν ταυτόχρονα μεγάλα κέρδη από αυτό το πλήρως αυτοχρηματοδοτούμενο σύστημα.
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μεγάλη επιτυχία των δυο γάλλων ιδιωτών καθώς όλα τακτοποιούνται κατά το συμφέρον τους, συναρτήσει της άψογης συνεννόησης με τις οθωμανικές αρχές οι οποίες αποδείχτηκαν ανίκανες να οργανώσουν οι ίδιες μια δημόσια υπηρεσία υψίστης σημασίας.
Η δράση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της γαλλικής εξωτερικής πολιτικής και οικονομικής διείσδυσης στην Ανατολική Μεσόγειο, με την δραστηριότητα της εταιρίας να θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικού ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα. Η δε παρουσία της, ξεπερνούσε τα τεχνικά και οικονομικά όρια που είχαν τεθεί. Πολλοί Οθωμανοί διανοούμενοι και πολιτικοί άρχισαν να βλέπουν τέτοιες παραχωρήσεις ως υπονόμευση κυριαρχίας.
Πράγματι η παρουσία της εταιρίας των Michel & Collas αποτέλεσε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής της Γαλλίας μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ταυτόχρονα αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής διπλωματικής και οικονομικής αντιπαράθεσης με την Μεγάλη Βρετανία η οποία προσπαθούσε επίμονα να κερδίσει η ίδια την σύμβαση, ακόμα και μετά την ανάληψη καθηκόντων από τους γάλλους.
Οι παράγοντες για την ανησυχία αυτή αφορούσαν ορισμένες παραδοχές. Οι φάροι δεν ήταν απλώς εργαλεία ναυσιπλοΐας. Αποτελούσαν παρατηρητήρια θαλάσσιας κυκλοφορίας, σημεία ελέγχου σε περίπτωση πολέμου ή αποκλεισμού και τέλος σημαντική θεώρηση κυριαρχίας και τεχνολογικής υπεροχής.
Τα έργα της σύμβασης αυτής αφορούσαν όχι μόνο τους φάρους του Βοσπόρου, των Δαρδανελίων και της Προποντίδος, αλλά και εκείνους της Μικράς Ασίας και των κατεχομένων νήσων του Αιγαίου. Ανάμεσα τους ήταν και ο φάρος επί του Κάβου Πάπα, στο δύσκολο πέρασμα Ικαρίας-Μυκόνου, με προοπτική μεγάλης φωτοβολίας. Ο φάρος θα προστάτευε τη ναυτιλία σε μια διαχρονικά κομβική εμπορική γραμμή διηπειρωτικών μεταφορών μεταξύ Σουέζ και Βοσπόρου.

II. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΠΑΠΑ & ΝΕΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Παλαιά μαρμάρινη επιγραφή στην αυλή του φάρου αναγράφει:
“O Φάρος
του Kάβο Πάπα
εχτίσθη
και άναψε το 1886.”
Παραδόξως το γεγονός αυτό έρχεται σε σύγκρουση με όλες τις επίσημες πηγές ιστορικών αναφορών, που πιστοποιούν κατασκευή και πρώτη αφή του φάρου τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1890. Έτερο στοιχείο που μας οδηγεί στην αληθοφάνεια της δεύτερης χρονολογίας είναι η ανάγλυφη επιγραφή επί του μηχανισμού περιστροφής του φάρου:
“F. Barbier & C.
Constructeurs
Paris – 1890”
Σε κατάλογο που εξέδωσε ο κατασκευαστικός οίκος Barbier F. μόλις έναν χρόνο νωρίτερα (1889) και αναφέρεται σε όλα τα οπτικά τα οποία είχε κατασκευάσει, αρχής γεννωμένης από το 1862, και με το οποία εφοδιάστηκαν φάροι παγκοσμίως δεν συναντούμε αναφορά για τον Πάπα. Παρότι για ορισμένες παραγγελίες οπτικών αναφέρεται ως προορισμός η Εταιρία Οθωμανικών Φάρων χωρίς περαιτέρω στοιχεία για το που εν τέλει η εταιρία τα εγκατέστησε, ο τύπος του οπτικού που τοποθετήθηκε στον Πάπα δεν συνάδει με όσα δημοσιοποιούνται εντός των σελίδων έως και το έτος 1889 οπότε και διακόπτεται η καταγραφή του καταλόγου.
Αν ο κατασκευαστικός οίκος συμπεριελάμβανε στον κατάλογο του κατασκευές οπτικών που έλαβαν χώρα και το 1890, θα συναντούσαμε το οπτικό που προοριζόταν για τον Ικαριακό φάρο.
Η παλιότερη πάντως χρονολογία κατά την οποία επιτυγχάνεται η πρώτη επίδειξη φωτεινού σημείου στον κάβο καταγράφεται το 1877, σε στίγμα 38ο 13΄ Β, 21ο 23΄Α. Στην εσχατιά του ακρωτηρίου και σε χαμηλό υψόμετρο, η κατασκευή αυτή δεν ήταν παρά σιδηρούς πυργίσκος με εστιακό ύψος 30 μέτρα, σταθερού ερυθρού φωτός. Ήταν ορατός μόλις στα 8 ν.μ. αφού άναβε με μια μικρή διοπτρική συσκευή ΣΤ’ τάξης (στο κεφάλαιο III αναφερόμαστε εκτενώς στις «Τάξεις» των φαρών). Τις πληροφορίες αυτές μας δίδει ο φαροδείκτης του A. G. Findlay του 1888, μην παραλείποντας την πληροφορία πως έχει προταθεί αναλάμπον φάρος επί του ακρωτηρίου Πάπας που θα είναι ορατός από τα 20 ν.μ.
Στον φαροδείκτη του ιδίου, έκδοσης 1890 επίσης o παλαιός ναυτιλλόμενος ενημερώνεται πως στη νήσο Νικαριά επι του Κάβου Πάπα έχει προταθεί για κατασκευή φάρος περιστρεφόμενος λευκής έκλαμψης ανά λεπτό.
“Nikaria Island
Lt-ho. building on Cape Papas. Revolving bright light, 1 minute, proposed.”
Αναγράφεται πως θα είναι ορατός από τα 25 ν.μ. ενώ οι πληροφορίες που αφορούν την περιγραφή της φωτιστικής συσκευής, το ύψος από την στάθμη της θάλασσας και το έτος ίδρυσης παραμένουν προς ανακοίνωση.

Αρχικά ο επίπεδος χώρος επί της ράχης του κάβου όπου και θα εγείρετο το κτίσμα επιπλατύνθηκε με τεχνητές επιχωματώσεις εντός πέτρινων τοιχείων.
Ο φάρος εδράστηκε σε χαμηλή βάση μερικών εκατοστών από γκρι ντόπια πέτρα.
Η κυρίως όμως πέτρα κατασκευής του ταξίδεψε απ’ την Μάλτα [1]. Ονομάζεται Ψαμμίτης (αμμόλιθος), είδος ιζηματογενούς βράχου που μεταφέρθηκε δια θαλάσσης. Ο συγκεκριμένος παρουσιάζει έντονο χρωματισμό με εναλλαγές κόκκινων και κίτρινων στρώσεων. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό γεωλογικό φαινόμενο όπου οι διαφορετικές αποχρώσεις προκύπτουν από τις ποικίλες προσμείξεις και τις αλλαγές στις συνθήκες εναπόθεσης του ιζήματος κατά την διαδικασία των εκατομμύριων ετών γένεσης του βράχου. Συγκεκριμένα οι κόκκινες στρώσεις προέρχονται από οξείδια του Σιδήρου όπως ο Αιματίτης, ενώ οι κίτρινες στρώσεις από άλλες ενώσεις του σιδήρου όπως ο Λεμονίτης.
Ο Ψαμμίτης είναι ανθεκτικός, απορροφά και ρυθμίζει την υγρασία χωρίς να αποσαρθρώνεται γεγονός που τον καθιστά ένα από τα πλέον κατάλληλα υλικά για κατοικήσιμες υποδομές κοντά στη θάλασσα. Πράγματι το εσωτερικό του φάρου παρουσιάζει το δικό του μικροκλίμα λόγω των πολύ καλών θερμομονωτικών ιδιοτήτων του πετρώματος.

Ο φάρος εδράστηκε σε ύψος 64 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, στο πλέον δυτικό σύνορο της Iκαριακής γης και σε στίγμα 37ο 30,7΄B και 25ο 58,8΄A. Για την κατασκευή του προτιμήθηκε η αρχιτεκτονική του κυκλικού πύργου λόγω μεγίστης αντοχής στους περιμετρικούς ανέμους μεγάλων εντάσεων που πνέουν στην περιοχή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε σύγκριση με πύργους οκταγωνικής ή τετραγωνικής κάτοψης θεωρείται ο πλέον δαπανηρός λόγος δυσχερέστερης διαδικασίας ανέγερσης. Οι δυο αυτοί απλούστεροι τύποι πύργων συνήθως συναντώνται σε σημεία στα οποία οι άνεμοι πνέουν από συγκεκριμένες διευθύνσεις και όχι με περιμετρική ένταση ή δεν πλήττονται από σφοδρότητα, ενώ οι μηχανικοί φρόντιζαν (αν ήταν δυνατόν αναλόγως και με την χωροταξία) να δώσουν τέτοιον προσανατολισμό στο κτίσμα ώστε οι επικρατούντες άνεμοι να προσπίπτουν στις κύριες ακμές των πύργων αυτών.
Σε παλαιότερους χρόνους όπου οι μετακινήσεις προσωπικού (φαροφυλάκων) ήταν δυσχερέστερη και η λειτουργιά του Πάπα απαιτητική ως «φάρου μεγάλης εμβέλειας» στην φαροικία διέμεναν ταυτόχρονα τρεις έως τέσσερις φύλακες εξ ού και οι τρεις κοιτώνες εντός του φάρου, συν χώρος τραπεζαρίας (πρώτος χώρος αριστερά μετά την κεντρική είσοδο, προσπερνώντας τον χώρο της κουζίνας).
Ο κεντρικός διάδρομος έχει προσανατολισμό ΒΒΑ-ΝΝΔ, όπως και ολόκληρο το κτίσμα, άρα οι τρεις κοιτώνες συν την τραπεζαρία έχουν προσανατολισμό Ανατολικά και Δυτικά ανά δύο, με εμβαδόν 4,40 x 3,50 μ. έκαστος.
Η αυλή με εμβαδόν 8,60 x 4,10 μ. ανοίγεται στον βορρά και είναι περίκλειστη με διαστάσεις τοιχοποιίας 2,5 μ. σε ύψος και πάχος 0,45 μ. Συνορεύει με αποθήκες στις οποίες παλαιότερα φυλάσσονταν οι καύσιμες ύλες για την αφή του φάρου. Εντός της αυλής, παλαιός χτιστός φούρνος εξασφάλιζε την αυτονομία των φαροφυλάκων. Δεν έλειπε επίσης το «παλαιό» πηγάδι για τις καθημερινές ανάγκες.
Η είσοδος στην αυλή γίνεται από Δυτικά, ενώ η πρόσβαση στον κεντρικό εσωτερικό διάδρομο είναι εφικτή από την κεντρική και μοναδική είσοδο εν τω μέσω της αυλής, διασχίζοντας χωλ, 2,35 x 1,50 μ. αριστερά και δεξιά του οποίου ευρίσκεται η κουζίνα και το λουτρό αντιστοίχως.
Στη συνέχεια ο κεντρικός διάδρομος 7,30 x 2,00 μ. φιλοξενεί εκατέρωθεν τις εισόδους των δωματίων και στο τέλος του καταλήγει εντός της βάσης του πύργου. Το κύριο κτίσμα με τους κοιτώνες έχει εσωτερικό και εξωτερικό ύψος 3,05 και 3,50 μ, αντιστοίχως και πάχος τοιχοποιίας 0,55 μ.
Το εσωτερικό επίπεδο πατώματος βρίσκεται αισθητά ψηλότερα από το έδαφος άρα τα ανοίγματα των παραθύρων της οικίας βρίσκονται σε τέτοιο ύψος ώστε να είναι αδύνατη η πρόσβαση εντός του φάρου από αυτά.
Συνολικά το μήκος της φαροικίας συμπεριλαμβανομένων αποθηκών και αυλής είναι 19,5 μ., ενώ το μέγιστο φάρδος της (στο κομμάτι των χώρων ενδιαίτησης) είναι 13,8 μ.
Ο πύργος στέκει στον νοτιά με προσανατολισμό άξονα προς ΝΝΔ. Από την βάση του και σε ύψος 0,8 μ. παρατηρείται η ισχυρότερη τοιχοποιία σε ολόκληρο το κτίσμα με πάχος 1,25 μ. προς υποστήριξη του βάρους και ύψους του ανερχόμενου οικοδομήματος και φυσικά για την καλύτερη δυνατή στιβαρότητα έδρασης και λειτουργίας του περιστροφικού μηχανισμού και του οπτικού.

Η ολική εξωτερική διάμετρος του πύργου στο κάτω μέρος είναι 5,2 μ. και εσωτερική διάμετρος περί τα 3 μ. που παραμένει σταθερή καθόλο το ύψος μέχρι και του δαπέδου έδρασης του μηχανισμού. Αντιθέτως η εξωτερική διάμετρος πύργου μειώνεται καθώς ψηλότερα μειώνεται το πάχος τοιχοποιίας μέχρι και τα 0,7 μ ακριβώς κάτω από τον περιμετρικό πέτρινο εξώστη.
Στο ύψος αυτό ο πύργος αποκτά διάμετρο λόγω του εξώστη 5,4 μ. Το ύψος του περιτοιχίου στο κέντρο του εξώστη μέσα από το οποίο είναι τοποθετημένο το περιστροφικό μηχάνημα ήταν 2,1 μ με πάχος τοιχοποιίας 0,5 μ.
Μέχρι και το επίπεδο αυτό η πρόσβαση είναι εφικτή από σκάλα «σαλίγκαρο» επίσης από τον ίδιο ψαμμίτη που αριθμεί 31 σκαλοπάτια συν 12 μεταλλικά αμέσως άνωθεν. Τα πέτρινα σκαλοπάτια είναι χωνευτά εντός της κυκλικής, περιμετρικής τοιχοποιίας.

Φτάνοντας στην κορυφή του χτιστού μέρους του πύργου όπου μέχρι και σήμερα φιλοξενεί το μηχάνημα περιστροφής των κρυστάλλων, 7 μεταλλικά σκαλοπάτια μας δίνουν τελικώς πρόσβαση στο τελευταίο ανώτερο επίπεδο εσωτερικής πρόσβασης, εντός υαλοστασίου που φιλοξενεί το φωτιστικό μηχάνημα.
Σε μια πρώτη παρατήρηση σημειώνουμε πως η σημαντικότητα της σταθερότητας έδρασης της όλης κατασκευής οδήγησε τους πολιτικούς μηχανικούς να σχεδιάσουν έναν πύργο που ακόμα και στο λεπτότερο σημείο του (0,5μ) κατείχε παχύτερη τοιχοποιία από την υπόλοιπη φαροικία.
Όσον αφορά το ύψος του πύργου, διαιωνίζεται ένας εσφαλμένος αρχικός υπολογισμός. Σε παλιούς και νέους φαροδείκτες αλλά και ναυτικούς χάρτες το εστιακό ύψος του φάρου αναφέρεται ως 75 μ. Αυτή η μέτρηση προκύπτει από το υψόμετρο έδρασης του φάρου επί του εδάφους στα 64 μ. συν το ύψος πύργου μέχρι την εστία φωτός που έχει υπολογιστεί στα 11 μ. Πρόκειται όμως περί απλοποίησης που θυσιάζει περισσότερο την ακρίβεια των διαστάσεων και λιγότερο την γεωγραφική φωτοβολία.
Τον Οκτώβριο του 2002 κατά τη διάρκεια προσωπικών παρατηρήσεων του γράφοντος και του πατρός του, στο σημείο, προέκυψαν οι ορθές διαστάσεις. Ναι μεν τα 11 μέτρα αποτελούν το κομμάτι του καθ’ ύψους πέτρινου μέρους του πύργου μέχρι το επίπεδο έδρασης του περιστροφικού μηχανισμού, (1ος εξώστης) ακολουθεί όμως μεταλλικός κλωβός ύψους 2 ακόμη μέτρων (εντός του φιλοξενείται το μηχάνημα περιστροφής). Άνωθεν καταλήγει σε στενότερο μεταλλικό μπαλκόνι (πριν το 1979 το κομμάτι αυτό υπήρξε αναπόσπαστο, χτιστό κομμάτι του πύργου χωρίς να υφίσταται το 2ο μεταλλικό μπαλκόνι). Ενώ άνωθεν του επίπεδου τούτου εδράζεται το υαλοστάσιο. Εντός αυτού φυλοξενείτο η πηγή του οπτικού συστήματος σε ύψος ακόμη 1,5 μ. περίπου πάνω από το επίπεδο στήριξης του. Σύμφωνα με τα παραπάνω το εστιακό ύψος του Πάπα υπολογίζεται στα 79,5 μ. χωρίς βέβαια να απαιτείται να προστεθεί το υψόμετρο στο οποίο φτάνει η κορυφή του κουπέ (μεταλλικού θόλου/τρούλου) ή η ράβδος του αλεξικέραυνου.
Το ύψος των υαλοπινάκων του υαλοστασίου φτάνει τα 2,60 μ. και το φάρδος του τα 3,00 μ. Το εσωτερικό ύψος του υαλοστασίου μέχρι το κεντρικό υψηλότερο σημείο του τρούλου είναι 4,10 μ., ενώ το εξωτερικό ολικό ύψος απ την βάση του υαλοστασίου έως και την σφαιρική καπνοδόχο στην κορυφή του είναι 5 μ. (Άνευ υπολογισμού του αλεξικέραυνου μαστιγίου)
Ο ρυθμός σχεδίασης του φάρου είναι Αιγαιοπελαγίτικος. Λιτός και απέριττος. Έξωθεν της πέτρας έχει απλώς σοβατιστεί και έπειτα βαφτεί με ασβέστη.

***
III. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΟΠΤΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ & Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
Η φωτιστική τεχνολογία που ενσωματώθηκε στο φάρο αποτελούσε, την πιο σύγχρονη για εκείνα τα χρόνια και την ομορφότερη αενάως, θαλάσσια μορφή φωτισμού με γενέτειρα τη Γαλλία. Ένα φωτιστικό σώμα που παρά τον πρωταγωνιστικό χρηστικό ρόλο του, προσομοίαζε περισσότερο σε ένα τεράστιο κόσμημα ύψους 2,07 μ. και εσωτερικής διαμέτρου 1,40 μ. Στην πραγματικότητα αποτελούσε πόνημα της 2ης βιομηχανικής επανάστασης. Έφερε δε την επίσημη ονομασία «Καταδιοπτρικό Φρενέλ (Fresnel) εκ του Γάλλου φυσικού που το εφηύρε. Αποτελείτο από πρισματικούς φακούς και σύνδραμα πρισματικά μέρη κατασκευασμένα στο χέρι από Στεφανύαλο και «δεμένα» σε ισχυρό μπρούτζινο σκελετό. Το σύστημα αυτό πολλαπλασίαζε την ένταση της φωτεινής πηγής ώστε το εκπεμπόμενο φως να καθίσταται ορατό με ευκρίνεια από μεγάλες θαλάσσιες αποστάσεις.
Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή της διαδικασίας κατασκευής και λειτουργίας του οφείλουμε να ανατρέξουμε εν συντομία στις καταβολές των συστημάτων αυτών.
Η αγγλική λέξη «catadioptric» που χρησιμοποιείται επισήμως στην φαρολογία (επιστήμη των φάρων) προέρχεται από άμεσο δάνειο της ελληνικής λέξης η οποία αναφέρεται ώστε να προσδιορίσει το αντικείμενο που επιδεικνύει ταυτόχρονα κατοπτρικές & διοπτρικές ιδιότητες, δηλαδή ανάκλαση (καθρεπτισμό) & διάθλαση.
Η χρήση του «Καθρεφτιζομένου φωτός» με απλοϊκούς ανακλαστήρες προς ενίσχυση της έντασης του έχει καταβολές στην Ομηρική Ιλιάδα. Ο μεγάλος ποιητής μας περιγράφει πως ο Αχιλλέας με την ασπίδα του, δώρο της Θέτιδας, αντανακλά την λάμψη γυμνής φωτιάς κατά την κατεύθυνση της θάλασσας προς ανακούφιση των θαλασσοπόρων.
“Ὡς δ’ ὀτ ἂν ἐκ πόντιο σέλας ναύτοιοι φανεῖν
καιομένου πυρὸς τὸ δὲ καίεται ὑψὸθ ὀφέρσιν.”
Με την πλέον σύγχρονη εκδοχή του στο τέλος του 18ου αιώνα το φαρικό κάτοπτρο πήρε την μορφή σφυρήλατης παραβολοειδούς επιφάνειας επιστρωμένης από μικρές «επάργυρες» όψεις, μπρός από την οποία άναβε λυχνία ζωικών ή φυτικών ελαίων. Όπως και να έχει η τέχνη και χρήση των κατόπτρων μετρούσε αιώνες.
Με την παγκόσμια «έκρηξη» του θαλάσσιου εμπορίου και το «πέρασμα» από την ιστιοφόρο ναυτιλία των ισχνών ταχυτήτων στη μηχανοκίνητη εποχή, η πραγματικότητα αποδείκνυε πως η ανάγκη για ισχυρότερο φωτισμό καθίστατο όλο ένα και επιτακτικότερη.
Η φωτεινή προειδοποίηση που εξέπεμπαν οι φάροι όφειλε να είναι πιο έγκαιρη λόγω ταχύτερων πλοίων και άρα ορατή από μεγαλύτερες αποστάσεις. Οι φάροι πάντως θα ήταν αδύνατον να χρησιμοποιούν ολοένα και μεγαλύτερα κάτοπτρα για τεχνικούς & πρακτικούς λόγους. Το κάτοπτρο είχε ήδη φτάσει στο μέγιστο της φωτιστικής έντασης που θα μπορούσε να προσδώσει στη πηγή φωτός.
Εφόσον η ανάκλαση φωτός ακόμα και με τα πλέον προηγμένα μέσα της εποχής είχε ισχύ πεπερασμένη το επόμενο βήμα ήρθε για να εκμεταλλευτεί μια άλλη ιδιότητα του. Την διάθλαση.
Μια από τις πλέον πρώιμες χρήσεις υάλινου διαθλαστικού φακού ως φωτιστικό σώμα φάρου λαμβάνει χώρα στο Νότιο Aκρωτήριο (South Foreland) της Αγγλίας το έτος 1752, μα με πολύ φτωχά αποτελέσματα ως προς την αξία του φωτισμού του.
Η προσπάθεια της επιστήμης να ισχυροποιήσει το φως των φάρων με την χρήση των πρώτων επιπεδόκυρτων φακών και να εφαρμόσει της διαθλαστικές ιδιότητες του φωτός συναντούσε αδιαπέραστα εμπόδια.
Οι φακοί ήταν αρχέγονοι ακόμα με μεγάλο πάχος κατασκευασμένοι με ύαλο ποιότητας τέτοιας όση επέτρεπε η ανεπαρκής τεχνογνωσία παραγωγής τους. Το αποτέλεσμα ήταν το ξόδεμα την φωτεινής ακτινοβολίας και φυσικά της καύσιμης ύλης λόγω υψηλής απορρόφησης φωτεινής ενέργειας από τους φακούς, σε βαθμό τέτοιο που «έκοβαν» αντί να ενισχύουν το παραγόμενο από την πηγή φως.
Αν όμως η έλλειψη τεχνολογίας καθιστούσε αδύνατη την κατασκευή μονοκόμματου φακού αξιόλογης ποιότητας πόσο μακριά βρισκόταν η επιστήμη από την ικανότητα κατασκευής λεπτότερου, καθαρότερου και άρα αποδοτικότερου διοπτρικού φακού;
Ανεπαρκείς λοιπόν όχι μόνο για την απώλεια φωτεινότητας αλλά και λόγω μεγάλου βάρους αφού δοκιμάστηκαν ακόμα και σε συνδυαστικά συστήματα με παραβολικά κάτοπτρα οι γυάλινοι φακοί παραγκωνιστήκαν εντελώς.
Το 1748 ο γάλλος Ζορζ Λουί Λεκλέρκ Κόμης του Μπυφόν (Georges-Lois Leclerc Comte de Buffon 1707-1788) (φυσιοδίφης, μαθηματικός και κοσμολόγος) προέβη σε βήμα εμπρός σε σχέση με την θεωρία των φακών. Απομακρυνόμενος πλέον από τον παλαιού τύπου χονδρό, συγκλίνων φακό προτείνει την αφαίρεση μεγάλου μέρους του πάχους του, κλιμακωτά σμιλεύοντας ομόκεντρους δακτυλίους γύρω από κεντρικό φακό, καταστώντας τον λεπτότερο ελαφρύτερο και αποδοτικότερο.
Ουχί προς φωτισμό τυχόν φάρου μα ως «ύαλο που φλέγειν» όπως την προόριζε ο Μπυφόν, η ιδέα αυτή πραγματοποιήθηκε με κάποια επιτυχία ως κατασκευή περί τα 1780 από τον γάλλο αστρονόμο και φυσικό Αλέξης-Μαρί ντε Ρότσον (Alexis-Marie de Rochon ή Abbé Rochon 1741-1817)
Η δημιουργία λεπτού φακού με κλιμακωτό προφίλ με τη απλή μέθοδο αφαίρεσης υλικού από μασίφ φακό, αντιμετώπιζε επίσης τεχνικές δυσκολίες, τέτοιες ώστε πιστεύεται πως ακόμα ένας τέτοιου είδους κατασκευάστηκε απo τους κ.κ. Cookson στο Newcastle-upon-Tyne για λογαριασμό των Επιτρόπων των Βορίων Φάρων της Σκωτίας.
Ο Μαρί Ζαν Αντουάν Νικολά ντε Καριτά, Μαρκήσιος του Κοντορσέ (Antoine-Nicolas Caritat, Marquis de Condorcet 1743-1794) (φιλόσοφος, μαθηματικός, πολιτικός επιστήμων) επίσης περιγράφει στα συγγράμματα του την αφαίρεση περιττού υλικού από επιπεδόκυρτο φακό, με κυκλικό κατακερματισμό και υποχώρηση των μερών αυτών της κυρτής πλευράς προς την επίπεδη επιφάνεια του, δημιουργώντας φακό με προφίλ επίπεδης πίσω όψης και κλιμακωτής (με σκαλοπάτια) έμπροσθεν όψης. Αντικρίζοντας τον κατά μέτωπο ένας τέτοιος φακός θα αποτελείτο από ομόκεντρους δακτυλίους με κλιμακωτή διατομή γύρω από κεντρικό φακό. Όμως ο Κοντορσέ είναι ο πρώτος ο οποίος προτείνει την χρήση ξεχωριστών μερών για την όλη σύνθεση και όχι έναν σκαλισμένο αδιαίρετο φακό.
Οι προαναφερθέντες δεν ανέπτυξαν ενδελεχείς μαθηματικές σχέσεις και τύπους που άπτονται της οπτικής επιστήμης. Αυτό σημαίνει πως οι φακοί που είχαν προτείνει δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον σκοπό τους με ακρίβεια. Ο σκοπός αυτός δεν ήταν άλλος από την συγκέντρωση της ακτινοβολίας του φωτός ακριβώς προς την επιθυμητή κατεύθυνση προς εξυπηρέτηση του ναυτιλλομένου.
Εν τω μεταξύ η πρώτη χρήση διοπτρικού φακού ως φωτιστικού μέσου φάρων οφείλεται κατά πάσα πιθανότατα στον Τόμας Ρότζερς (Thomas Rogers) παρασκευαστή υάλου του Λονδίνου, ο οποίος κατασκεύασε οπτικά στοιχεία που τοποθετηθήκαν στους φάρους του Πόρτλαντ (Portland) στην Αγγλία, στο Λόφο του Χάουθ (Hill of Howth) και στο Γουότερφορντ (Waterford) αμφότεροι στην Ιρλανδία μεταξύ 1786 και 1790. Ο Ρότζερς κατείχε την τέχνη του φυσητού καθρέφτη από ύαλο καθώς και μια νέα τεχνική επαργύρωσης επί της κυρτής επιφανείας του δίχως την χρήση υδραργύρου.
Το έτος 1811 ο Σερ Ντέιβιντ Μπρούστερ εκ Σκωτίας (Sir David Brewster 1781-1868) (επιστήμων, εφευρέτης, συγγραφέας και ακαδημαϊκός) ανέπτυξε περαιτέρω και επιτυχώς την θεωρία των «οργάνων που φλέγουν» κάνοντας ομοίως χρήση των κλιμακωτών φακών. Ο ύαλος που φλέγει δεν ήταν άλλο παρά συγκλίνων φακός. Η φωτεινές ακτίνες, λ.χ. του ηλίου προσέπιπταν στην μια πλευρά του φακού οπού και εκτρεπόμενες κατά την έξοδο τους μέσω της διάθλασης συνέπιπταν όλες με ακρίβεια στο ίδιο και μοναδικό σημείο πέραν του φακού. Η θερμοκρασία στο σημείο τούτο πολλαπλασιαζόμενη λόγω των συγκλινόντων ηλιακών ακτινών προκαλούσε ανάφλεξη ύλης. Το «σημείο» αυτό για κάθε επιπεδόκυρτο ή αμφίκυρτο φακό αλλάζει αναλόγως σχήματος και μεγέθους και ονομάζεται «Εστιακή Απόσταση» του φακού.
Βεβαίως το ζητούμενο όσον αφορά του φάρους ήταν η ακριβώς αντίθετη κατευθυντική ροη των φωτεινών ακτινών. Δηλαδή από την εστία φωτός οι διάχυτες και ατάκτως διερχόμενες ακτίνες εντός του διοπτρικού φακού από κάθε σημείο της μιας πλευράς του να διαθλώνται και να εξέρχονται από την άλλη πλευρά του συγκεντρωμένες παραλλήλως το άξονος του. Ο συγκεντρωτισμός αυτός προκαλεί την μεγάλη φωτιστική ένταση.
Ο ίδιος ο Μπρούστερ αναφέρει πως αναγνωρίζοντας την αξία των «Φακών που φλέγουν» μέσω της αντίθετης χρήσης τους, προτείνει στους Επιτρόπους των Βορείων Φάρων της Σκωτίας την διεξαγωγή σχετικών πειραμάτων μεταξύ 1818-1821 με την ελπίδα της υιοθέτησης του νέου συστήματος.
Αρχικώς αναπτύσσεται ενδιαφέρον όμως η προσοχή των Επιτρόπων μαγνητίζεται εντόνως από το ολοκληρωμένο πλέον επίτευγμα ενός Γάλλου επιστήμονα, του περίφημου, από κει και στο εξής, φυσικού και μαθηματικού Ογκιστέν-Ζαν Φρενέλ (Augustin-Jean Fresnel). γεννημένου το 1788.
Γνωστός κυρίως για τις σημαντικές του συνεισφορές στην οπτική, θεωρείται σήμερα από τους πρωτοπόρους στη μελέτη της κυματικής φύσης του φωτός. Οι έρευνες του για τη διάθλαση, την περίθλαση και την πόλωση του φωτός οδήγησαν στην ανάπτυξη της θεωρίας του κυματικού φωτός, η οποία επιβεβαίωσε ότι το φως είναι κύμα και όχι ροή σωματιδίων, όπως πρότεινε ο Νεύτωνας.
Το 1819 o Φρανσουά Ζαν Ντομινίκ Αραγκό (François Jean Dominique Arago, 1786-1853) (Γάλλος μαθηματικός, φυσικός, πολιτικός), αστρονόμος του «Βασιλικού Αστεροσκοπείου» αναλαμβάνει την προεδρία της Επιτροπής Φάρων της Γαλλίας η οποία έχει ιδρυθεί το 1811, από τον Ναπολέοντα. Αναγνωρίζοντας την επιστημοσύνη του Φρενέλ και με ισχυρή πίστη σε εκείνον ο Αραγκό τον διορίζει ως γενικό γραμματέα της Επιτροπής.
Ο Φρενέλ εργάζεται με απρόσκοπτο ζήλο, με την συνδρομή του οπτικού Φρανσουά Σολέιγ (François Soleil) και καταφέρνει με συνεχείς μαθηματικές μελέτες και οπτικά πειράματα να κατασκευάσει τον πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα ικανό να ανακλά και ταυτοχρόνως να διαθλά το φώς.
Το σύστημα αυτό που προοριζόταν για «αναλάμποντα» φάρο και όχι σταθερού φωτός αποτελείτο από οκτώ περιμετρικούς κλιμακωτούς φακούς οι οποίοι εξέτρεπαν τις φωτεινές ακτίνες, που προσέπιπταν στην εσωτερική πλευρά τους, μέσω διάθλασης στέλνοντας τες προς την γραμμή του ορίζοντα. Οι φωτεινές ακτίνες που ξέφευγαν άνωθεν των φακών αυτών, προσέπιπταν σε απλούς τριγωνικούς καθρέπτες και απλώς ανακλώνταν επίσης προς την ίδια κατεύθυνση. Ενώ οι ακτίνες φωτός που περνούσαν κάτωθεν των περιμετρικών φακών προσέπιπταν σε συμπληρωματική συστοιχία καταδιοπτρικών πρισμάτων τριγωνικής διατομής όπου μέσω διάθλασης, ανάκλασης και πάλι διάθλασης εξαπολύονταν επίσης οριζοντίως.
Αυτό το τόσο επαναστατικό οπτικό σύστημα το οποίο ο δημιουργός του ολοκλήρωσε το 1822, τοποθετήθηκε στον πλέον ιστορικό φάρο της Γαλλίας στο Κορντουάν (Cordοuan) έναν χρόνο αργότερα. Με εστιακή απόσταση 920 χιλιοστά ανήκε στη μεγαλύτερη τάξη από εκείνες που εν τέλει σχεδιάστηκαν απο τον Γάλλο επιστήμονα.
O Φρενέλ αρχικά σχεδίασε έξι τάξεις (μεγέθη) καταδιοπτρικών συστημάτων. Ο όρος «τάξη» αναφέρεται στην Εστιακή Απόσταση όπως εξηγείται αρχικά στους «Τεχνικούς όρους».
Προέκυψαν τα εξής μεγέθη καταδιοπτρικών:
A΄ τάξεως εστιακής απόστασης 920 χιλιοστών
B΄ τάξεως 700 χιλ.
Γ΄ τάξεως 375 χιλ.
Δ΄ τάξεως 250 χιλ.
E΄ τάξεως 187,5 χιλ.
ΣT΄ τάξεως 150 χιλ.
Το μέγα υπόδειγμα της Γ΄ τάξεως εστιακής απόστασης 500 χιλ. καθώς και το μικρό υπόδειγμα της ΣT΄ τάξεως εστιακής απόστασης 100 χιλ. αναπτύχθηκαν αργότερα.
Με τα συστήματα αυτά είχε επιτύχει εκμετάλλευση της φωτεινής ενέργειας της πηγής σε ποσοστό 70% περίπου.
(Ας μη συγχέουμε την εστιακή απόσταση του οπτικού με την εσωτερική του διάμετρο η οποία προκύπτει διπλασιάζοντας την εστιακή απόσταση. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε την εστιακή απόσταση ως την εσωτερική ημιδιάμετρο.)
Το 1827 ο Φρενέλ έφυγε απ’ την ζωή σε ηλικία μόλις 39 ετών πριν προλάβει να γίνει μάρτυρας της επανάστασης που θα επέφερε το δημιούργημα του, στον φωτισμό των ακτών παγκοσμίως, κατά την διάρκεια των επόμενων 150 ετών.
Το οπτικό Φρενέλ θα παρέμενε με αυτή τη μορφή έως το 1849, έτος κατά το οποίο ο Ρόμπερτ Στίβενσον (Robert Stevenson) της δυναστείας πολιτικών μηχανικών των Βορείων Φάρων της Σκωτίας, το «ανέταξε» στην πλέον σύγχρονη μορφή του, αντικαθιστώντας εντελώς τα τριγωνικά κάτοπτρα άνωθεν των διοπτρικών φακών με καταδιοπτρικά στοιχεία παρόμοια με εκείνα που ευρίσκοντο κάτω από αυτούς, καθιστώντας το σύστημα κατασκευασμένο εξολοκλήρου από οπτικό κρύσταλλο.
Στην περίπτωση του φάρου Πάπα ως μεγάλου φάρου «πρώτης προσέγγισης ξηράς» κρίθηκε σκόπιμη η χρήση οπτικού Β’ Τάξεως το οποίο επίσης θα εξέπεμπε οκτώ δέσμες φωτός. Με τη βοήθεια ωρολογιακού μηχανισμού το οπτικό θα ετίθετο σε περιστροφή γύρω από τον κάθετο άξονα του και ως εκ τούτου για τυχαίο παρατηρητή επί πλοίου οι οκτώ φωτεινές περιστρεφόμενες δέσμες θα εκλαμβάνονται ως ισχυρές αναλαμπές.
Η παραγγελία του δόθηκε στον περίφημο γαλλικό οίκο F. Barbier et Cie στο Παρίσι. Η κατασκευή του θα πραγματοποιείτο από Στεφανύαλο. Η παρασκευή πρισμάτων από κρύσταλλο τέτοιας υψηλής ποιότητας ήτο δυνατή υπό την προϋπόθεση αυστηρής τεχνογνωσίας καθώς και τήρησης άριστης τεχνουργίας.
Η σύσταση του ήταν πόνημα της χημείας, μα το σχήμα, το μέγεθος, οι μοίρες των γωνιών, η καμπύλη κάθε κρυστάλλινου στοιχείου διέπονταν από απαρέγκλιτους κανόνες μαθηματικής άλγεβρας, γεωμετρίας, οπτικής φυσικής καθώς και γεωμετρικής οπτικής.

IV. Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΟΠΤΡΙΚΟΥ
Ο στεφανύαλος αποτέλεσε την ύλη στην συντριπτική πλειοψηφία αντίστοιχων κατασκευών. Ένας ακόμα τύπος υάλου που χρησιμοποιήθηκε αλλά πολύ σπανιότερα ήταν ο μολυβδύαλος όπου δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
Ο στεφανύαλος αποτελείται από τα εξής στοιχεία:
Πυριτική άμμος Γαλλίας, περιέχει Διοξείδιο του Πυριτίου SiO₂ (silica) σε ποσοστό 73,1%
Ανθρακικό Νάτριο Na₂CO₃ (Σόδα), σε ποσοστό 12,2%
Ανθρακικό Ασβέστιο CaCO₃ (Άσβεστος) σε ποσοστό 15,7%
Οξείδιο του Αργιλίου Al₂O₃ (Αλουμίνα) σε πολύ μικρές ποσότητες (ίχνη)
Οξείδιο του Σιδήρου Fe₂O₃. επίσης ίχνη ως συστατικό της άμμου.
Η Πυριτική άμμος ήταν το κύριο συστατικό των πρισμάτων.

Ο σκοπός του Ανθρακικού Νατρίου είναι να μειώνει το σημείο τήξης της Πυριτικής άμμου και να διευκολύνει την κατεργασία της έχοντας τον ρόλο ροητικού υλικού. Συγκεκριμένα το σημείο τήξης μειώνεται σημαντικά κάτω από τους 1700°C που κανονικά απαιτούνται, κάνοντας την παραγωγή γυαλιού πιο πρακτική και οικονομική.
Το Ανθρακικό Ασβέστιο χρησιμοποιείται στην υαλουργία ως σταθεροποιητικό συστατικό, Όταν προστίθεται στο μείγμα γυαλιού και θερμαίνεται, αποσυντίθεται και αποδίδει οξείδιο του ασβεστίου CaO, το οποίο βοηθά στο να σταθεροποιηθεί το γυαλί που διαφορετικά, λόγω της παρουσίας Ανθρακικού Νατρίου, θα ήταν υδατοδιαλυτό και εύθραυστο.
Η αναλογία μίξης μεταξύ Ανθρακικού Νατρίου προς Ανθρακικό Ασβέστιο ήταν περίπου 4 προς 5. Η μεγαλύτερη αυτή περιεκτικότητα σε άσβεστο έκανε το γυαλί μη υγροσκοπικό, ώστε να μην απορροφά. Καθιστώντας το έτσι ανθεκτικό στο νερό, την υγρασία, στα χημικά, και στο χρόνο, βασικές προϋποθέσεις για χρήση σε οπτικά φάρων.
Ο ρόλος του Οξειδίου του Αργιλίου είναι να ενισχύσει τη μηχανική αντοχή του τελικού προϊόντος. Βοηθά στη δομική συνοχή του υαλοπλέγματος (του “σκελετού” του γυαλιού), συμβάλλοντας στη σταθερότητα κατά τη θέρμανση και ψύξη που ακολουθείται κατά την διαδικασία παρασκευής του στεφανύαλου. Ακόμα και ίχνη του βελτιώνουν σημαντικά την ποιότητα, τη διαύγεια και την αντοχή του γυαλιού. Καθίσταται έτσι πιο ανθεκτικό σε γρατζουνιές, χτυπήματα και φθορά.
Παρότι αρκετά επεξεργασμένος ο στεφανύαλος διατηρούσε μια ανεπαίσθητη πράσινη χροιά ειδικά όταν κανείς το κοιτούσε από το πλάι ή σε πάχος. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως στην χημική αντίδραση του Σιδήρου (Fe) και στην παρουσία του ως ακαθαρσία στο Διοξείδιο του Πυριτίου (SiO₂). Το φαινόμενο της πρασινωπής χροιάς αντιμετωπιζόταν από τους υαλουργούς με την προσθήκη μικρών ποσοτήτων Αρσενικού και Μαγνησίου.
Η υψηλή διασπορά του στεφανύαλου μεγιστοποιεί την ικανότητα του φακού να συλλέγει και να εστιάζει τη φωτεινή ενέργεια από την πηγή, επιτρέποντας μεγαλύτερη κάμψη του φωτός και δημιουργία πιο έντονων και κατευθυνόμενων φωτεινών δεσμών.
Το μείγμα θερμαίνεται σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, στους 1.400–1.500°C μέσα σε κάμινο. Οι πρώτες ύλες τήκονται και σχηματίζουν το γυαλί. Κατά τη διάρκεια της τήξης, το μείγμα γυαλιού έπρεπε να απαλλαγεί από φυσαλίδες αέρα (απομάκρυνση αερίων) που υπήρχε πιθανότητα να σχηματιστούν εντός της μάζας του. Η διαδικασία της ανάμιξης των πυρακτωμένων πρώτων υλών δεν ήταν απλή διαδικασία και εγκυμονούσε κίνδυνο ανομοιομορφιών στην μάζα του υάλου. Κάτι τέτοιο οδηγούσε στην δημιουργία εσωτερικών ραβδώσεων ή γραμμώσεων κατά την στερεοποίηση. Το φαινόμενο αυτό προκαλούσε περιοχές γυαλιού με διαφορετική σύσταση άρα και αποκλίσεις από τον επιθυμητό δείκτη διάθλασης.
Παρότι τέτοιες ραβδώσεις ήταν πιθανότερο να παρουσιαστούν κατά την διαδικασία παρασκευής του μολυβδύαλου που όπως είπαμε επίσης χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή καταδιοπτρικών, ο κίνδυνος εξακολουθούσε να υφίσταται.
Όχι μόνο η μίξη μα και ο έλεγχος της θερμοκρασίας κατά την τήξη (λιώσιμο) και αργότερα κατά την ψύξη (στερεοποίηση) εκτελούνταν με ακρίβεια για τους ίδιους λόγους.
Το μείγμα ακολούθως περνούσε στη φάση της διαμόρφωσης: Το λιωμένο γυαλί με την χύτευση εντός σιδερένιων καλουπιών θα λάμβανε τη μορφή φακών, δακτυλίων (διοπτρικά στοιχεία πέριξ του κεντρικού φακού) και λοιπών καταδιοπτρικών στοιχείων. Οι εσωτερικές διαστάσεις των καλουπιών ήταν μεγαλύτερες περίπου κατά το 1/8 από τις επιθυμητές διαστάσεις του πρίσματος, καθώς κατά την διαδικασία της λείανσης και στίλβωσης (γυαλίσματος) το περιττό υλικό θα χανόταν.
Κατά τη διάρκεια της μίξης και χύτευσης το μίγμα διατηρείτο εντελώς στείρο από ακαθαρσίες και αυτό προϋπέθετε πρέπουσες συνθήκες μίξης μα και αυστηρώς καθαρά καλούπια. Οι φακοί έπρεπε να είναι πεντακάθαροι. Η παραμικρή ακαθαρσία εντός τους μπορούσε να διασκορπίσει το φως.
Ακολουθούσε η διαδικασία ανόπτησης. Το γυαλί έπρεπε να ψυχθεί αργά σε ελεγχόμενη διαδικασία ώστε να αποφευχθούν ρωγμές και να σταθεροποιηθεί η δομή του. Πιθανή στρέβλωση πρίσματος, προτού στερεοποιηθεί, είχε ως αποτέλεσμα την μη συναρμογή του με τα συνορεύοντα πρίσματα αλλά και αδυναμία τοποθέτησης στις υποδοχές του ίδιου του σκελετού κατά την συναρμολόγηση.
Με την ολοκλήρωση την πλήρους ψύξης τα κρυστάλλινα στοιχεία αφαιρούνταν προσεκτικά από τα καλούπια και πλέον ήταν η σειρά της κοπής και απομάκρυνσης περιττών απολήξεων. Τα καταδιοπτρικά στοιχεία με σχήμα τόξου κύκλου προσκολλούνταν προσωρινά επάνω σε ατμοκίνητες, κυκλικές περιστρεφόμενες επιφάνειες (τράπεζες), ομόκεντρα ώστε να σχηματίζουν κύκλο. Οι τράπεζες ετίθεντο σε περιστροφή και η διαδικασία στίλβωσης ξεκινούσε από ρυθμιζόμενους βραχίονες με κεφαλές λείανσης που χαμήλωναν και ακουμπούσαν επάνω στην επιφάνεια των πρισμάτων. Οι διοπτρικοί δακτύλιοι η τελική θέση των οποίων ήταν πέριξ του κεντρικού φακού στιλβώνονταν ομοίως. Οι ίδιοι οι κεντρικοί φακοί στιλβώνονταν με κεφαλές σχήματος κοίλου οι οποίες περιστρεφόμενες κυκλικά και παράκεντρα αγκάλιαζαν την σφαιρική επιφάνεια των φακών.
Η διαδικασία ήταν μακρά και λάμβανε χώρα επαναλαμβανόμενα με ολοένα και λεπτότερη πούδρα ώστε από την αρχική λείανση η διαδικασία περνούσε στο τέλειο γυάλισμα. Το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν τίποτε λιγότερο από την απόλυτη διαύγεια και λάμψη των πρισμάτων, ποιότητες οι οποίες αναδεικνύονταν στα χέρια έμπειρων τεχνιτών. Η χρήση ειδικών γαντιών από τους εργαζομένους κατά τη διαδικασία αυτή ήταν επιτακτική καθώς τα παραγόμενα κομμάτια γυαλιού είχαν υψηλή σκληρότητα, πολύ κοφτερές ακμές και γωνίες.
Στο σημείο αυτό να αναφερθεί πως για το οκτάπλευρο αυτό οπτικό του φάρου Πάπα παράγονταν 8 αντίγραφα από κάθε πρίσμα. Άρα τα όμοια μεταξύ τους πρίσματα συναντώνται μόνο στην αντίστοιχη θέση και των υπολοίπων πλευρών του οπτικού.
Το οπτικό αποτελείτο εν συνόλω από 312 ξεχωριστά πρίσματα, 39 καθ’ έκαστη πλευρά.
Τα τελικά κρύσταλλα παρουσιάζονται πολύ λαμπερά με εντυπωσιακή διαύγεια. Το υλικό τους έχει ειδικό βάρος 2,52 και δείκτη διάθλασης n ≈1.54
Η συναρμολόγηση του μπρούτζινου σκελετού είχε ολοκληρωθεί εκ των προτέρων και έστεκε εντός του ατελιέ. Ακολούθως το κάθε ένα από αυτά τα πρίσματα έπρεπε να κολληθεί, στην καθορισμένη του θέση επί του σκελετού με ακρίβεια σύμφωνα με αυστηρές προδιαγραφές.
Οι πολλαπλοί δακτύλιοι του φακού Φρενέλ όφειλαν να είναι, ευθυγραμμισμένοι ως προς την εσωτερική τους πλευρά. Έκαστος με προσεκτικά υπολογισμένες γωνίες ώστε να αποκτούν κοινό «εστιακό σημείο» με τον κεντρικό φακό άρα και μεταξύ τους. Το κάθε καταδιοπτρικό στοιχείο εκατέρωθεν των φακών όφειλε να είναι τοποθετημένο στο σωστό ύψος και γωνία. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνταν συσκευές ευθυγράμμισης, δηλαδή μεταλλικές βάσεις με χάρακες και γωνιόμετρα.
Τα κρύσταλλα έπρεπε να είναι τέλεια συγκολλημένα, στερεωμένα και χωρίς χαραμάδες ή μετατοπίσεις. Η παραμικρή μετατόπιση θα σκόρπιζε τις δέσμες φωτός και θα μείωνε την απόδοση.
Η διαδικασία αυτή όριζε επίσης την αποφυγή οποιασδήποτε «αβαρίας» υλικών φθορών. Μικρορωγμές, γρατζουνιές ή θραύσεις καθιστούσαν τα στοιχεία μη αποδεκτά, Σε τέτοιες περιπτώσεις καταγράφονταν ως ακατάλληλα και αντίγραφα τους χυτεύονταν εκ νέου.
***
- Ο ΠΟΙΟΤΙΚΌΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΔΙΟΠΤΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΟΣ
Ενώ η σχολαστική διαδικασία της παρασκευής και συναρμολόγησης των πρισμάτων έφτανε εις πέρας, η διαδικασία των δόκιμων του οπτικού ξεκινούσε. Πριν την παράδοση για μεταφορά και τοποθέτηση στον φάρο, οι εργαστηριακές διαδικασίες ελέγχου περιελάμβαναν τόσο οπτικές όσο και μηχανικές μεθόδους.
Για τον έλεγχο σωστής λειτουργίας του καταδιοπτρικού ήταν επιβεβλημένη η χρήση ειδικών δοκιμαστικών θόλων ή θαλάμων με ελεγχόμενο περιβάλλον όπου υπόκειντο σε δοκιμασίες φωτεινότητας με κατάλληλο εξοπλισμό σε συνθήκες απόλυτου σκότους.
Αρχικά ήλεγχαν κάθε τμήμα του οπτικού για σκόνη, υγρασία, ή άλλα κατάλοιπα. Οι φακοί καθαρίζονταν σχολαστικά με ειδικά πανιά και αποσταγμένο νερό, καθώς και με ειδικά κραγιόνια που άφηναν λεπτή επίστρωση λιπαρού υλικού. Το υλικό κολλούσε στα ξένα σώματα και εν συνεχεία αφαιρούνταν με ειδικά πανιά μαλακής ύφανσης αφήνοντας τα πρίσματα πεντακάθαρα.
Παρά το γεγονός της σύνθετης κατασκευής που προέκυπτε από τα πολλαπλά πρίσματα τοποθετημένα σε διαφορετικά ύψη του καταδιοπτρικού το σύνολο τους έπρεπε να έχει το ίδιο εστιακό σημείο. Είναι το σημείο στο οποίο τοποθετείτο η λυχνία. Από εκείνη εκπέμπεται διάχυτο και σφαιρικό κύμα φωτός που το οπτικό συγκεντρώνει και μετατρέπει σε οριζόντιες δέσμες. Η δημιουργία των δεσμών αυτών είναι δυνατή μόνον όταν η πηγή ευρίσκεται στο εστιακό σημείο του οπτικού. Σε διαφορετική περίπτωση το φως διαχέεται από το οπτικό με ανώμαλο και εντελώς άτακτο τρόπο.
Οι τεχνικοί ήλεγχαν τη διάθλαση και εστίαση του φωτός με χρήση καυστήρα/λυχνίας όμοια με την οποία επρόκειτο να εφοδιαστεί ο φάρος, τοποθετημένης στο «εστιακό σημείο» του οπτικού. Ακολούθως παρατηρούσαν τη σχηματιζόμενη φωτεινή δέσμη και το αποτύπωμα της επί ειδικής λευκής επιφάνειας «οθόνης» τοποθετημένης σε συγκεκριμένες αποστάσεις.
Οι δέσμες όφειλαν να σχηματίζουν ομοιόμορφη και ισχυρή ακτίνα, με σωστή σύγκλιση αλλά και την πρέπουσα αντίθεση. Δηλαδή έντονο κεντρικό φως με σαφή περιθώρια. Με τον τρόπο αυτό οριοθετείτο το φωτεινό αποτύπωμα των δεσμών ανάμεσα στα σκοτεινά τόξα κύκλου, δηλαδή της περιοχές ανάμεσα στης δέσμες. Για τους 8 όμοιους φακούς του Πάπα οι δέσμες έπρεπε να έχουν αποτύπωμα ίδιων διαστάσεων επί της «οθόνης» και να καλύπτουν ακριβώς ίδιες μοίρες ορίζοντα. Λόγω του ότι το οπτικό ήταν κάτοψης κανονικού 8γώνου (φακός ανά πλευρά) άρα το αυτό ίσχυε και για τις μοίρες σκότους.
Οι δέσμες έπρεπε να εξέρχονται παράλληλες προς το οριζόντιο επίπεδο και όχι να ξεφεύγουν προς τα πάνω η προς τα κάτω. Αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν ικανοποιούντο τότε υπήρχε αστοχία κατασκευής ή κακή συναρμολόγηση.
Επίσης η προβολή (φωτεινό αποτύπωμα) κάθε φακού δακτυλίων και πρίσματος επί της οθόνης σε κοντινή απόσταση απ το οπτικό όφειλε να έχει το ακριβές σχήμα του πρίσματος από το οποίο αντιστοίχως προέρχεται, με σαφή περιθώρια ανάμεσα τους, εκεί που αυτά υπήρχαν και επί του οπτικού. Αν η δέσμη ήταν διασκορπισμένη ή με σκιάσεις αυτό ήταν ένδειξη οπτικής παραμόρφωσης, που επίσης συνεπάγεται ελάττωμα σε κάποιο τμήμα του φακού.
Ακολουθούσε η φωτομετρική διαδικασία προς υπολογισμό της έντασης του φωτός που εξέρχεται από τα διαφορετικά σημεία του οπτικού. Εκ των μετρήσεων προέκυπτε εν τέλει η μέγιστη ένταση του φάρου, η λεγόμενη φωτοβολίας μηχανήματος. Αρχικά σε μονάδες Καρσέλ (Carcel) και αργότερα σε Καντέλες (Candels) Τέτοιες διαδικασίες στη Γαλλία λάμβαναν χώρα με φωτόμετρα τύπου Φουκώ (Foucault).
Άλλα κράτη της γηραιάς ηπείρου χρησιμοποίησαν αντίστοιχα τύπου Μπούνσεν (Bunsen). Αργότερα και όσο η τεχνολογία της φωτομέτρησης προχωρούσε χρησιμοποιήθηκαν λουξόμετρα, ειδικά ρυθμισμένα σε καμπύλες ευαισθησίας της ανθρώπινης όρασης.
Για να υπάρχει ένα σημείο αναφοράς ως προς τον πολλαπλασιασμό της έντασης της λυχνίας που προσέφερε το οπτικό σύγκριναν τη φωτεινότητα ανάμεσα σε δύο όμοιες πηγές: Η μία πίσω από τον φακό και η άλλη ως σταθερό πρότυπο. Η διαφορά που προέκυπτε ήταν ο παράγοντας με τον οποίον πολλαπλασίαζαν την ένταση της πηγής ώστε να προκύψει η ένταση της τελικής δέσμης. Οι δέσμες του Πάπα ως ίσες και ομοιόμορφες όφειλαν να παρουσιάζουν πανομοιότυπες εντάσεις φωτός από κάθε πλευρά τους. Αν κάποιο τμήμα απέδιδε λιγότερο φως, υπήρχε πρόβλημα στο γυαλί, την ευθυγράμμιση ή τη συμμετρία.
Ειδικότερα στην Γαλλία εκτός από τις έγκλειστες εργαστηριακές μετρήσεις, προχώρησαν σε μετρήσεις επί του πεδίου. Η πραγματικότητα ήταν πως για να υπάρξει ακρίβεια μέτρησης έντασης των οπτικών έπρεπε να παρακολουθήσουν πως συμπεριφέρονται οι δέσμες παρατηρώντας τες από μεγάλη απόσταση. Έτσι θα λάμβαναν την πλήρη ένταση της και ταυτόχρονα πιθανές αποκλίσεις φωτός. Το αποτέλεσμα των οποίων μεγιστοποιείται με την αύξηση της απόστασης (όχι εσαεί) από την οποία γίνεται η παρατήρηση.
Ακολούθως οι δοκιμές με προσομοίωση καιρικών συνθηκών λάμβαναν χώρα προς έλεγχο του ποσοστού απώλειας της ακτινοβολίας και της απορρόφησης που υφίστατο το φώς, μέσω συνθηκών τεχνητής ομίχλης και υγρασίας.
Τέλος τα οπτικά υποβάλλονταν σε θερμικές καταπονήσεις εντός ειδικών θαλάμων ώστε να ελεγχθεί η αντοχή τους σε ρωγμές ή στρεβλώσεις. Οι συνθήκες αυτές προσομοίαζαν όχι μόνο την αύξηση της θερμοκρασίας εντός του οπτικού λόγω του καιόμενου καυσίμου από την λυχνία, αλλά και τις θερμοκρασίες εντός του υαλοστασίου σε φάρους θερμών και ψυχρών κλιμάτων ή εποχιακών εναλλαγών.

Ο μηχανισμός του φάρου περνούσε επίσης μια σειρά από δοκιμασίες ώστε να πιστοποιηθεί η απρόσκοπτη λειτουργία του. Αρχικά ο ωρολογιακός μηχανισμός κουρδιζόταν και ακολούθως τίθετο σε κίνηση, με και χωρίς να φέρει πάνω του το καταδιοπτρικό σύστημα. Στο σημείο αυτό παρατηρούσαν την περιστροφή των κινητών μερών από τα οποία αποτελείται. Παρά το μεγάλο βάρος του οπτικού, η περιστροφή έπρεπε να παρουσιάζεται ομαλή, σταθερή χωρίς να παρατηρούνται κραδασμοί, τριβές, ή ανομοιομορφίες. Ενώ ταυτόχρονα παρατηρούσαν τα φωτεινά “αναλάμποντα” σήματα το οποία έπρεπε να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα και συμμετρία. Η γωνιακή ταχύτητα περιστροφής έπρεπε να παραμένει αυστηρά αμετάβλητη, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα πως η όλη κατασκευή παραμένει σταθερή σε δονήσεις, καιρικές συνθήκες ή σεισμική δραστηριότητα.
Με το πέρας των δοκιμών το σύστημα λάμβανε πιστοποίηση και περνούσε σε επίσημο μητρώο καταδιοπτρικών. Στο μητρώο γίνεται αναφορά στον κωδικό μοντέλου, την εστιακή απόσταση, τη μέγιστη ένταση, την αζιμουθιακή κάλυψη (γωνία οριζόντιας κάλυψης ορίζοντα) και το όνομα του φάρου για τον οποίον προοριζόταν. Η διαδικασία της καταγραφής προηγείτο της παράδοσης για μεταφορά προς τον τόπο τοποθέτησης.
***
- Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Το οπτικό καθώς και ο μηχανισμός περιστροφής μεταφέρθηκαν δια θαλάσσης αποσυναρμολογημένα εντός ξύλινων κιβωτίων μετά μεγίστης προσοχής.
Αρχικά ο σκελετός του μηχανήματος τοποθετήθηκε στην ομόκεντρη οπή (απ’ όπου περνούσε το κρεμαστό συρματόσχοινο του αντίβαρου) στο ανώτερο διαμέρισμα του πύργου. Η έδραση του μηχανήματος γινόταν προσεκτικά και με ασφάλεια. Δεν έπρεπε να παρουσιάζεται η παραμικρή κλίση ή κίνηση του σταθερού μέρους του μηχανισμού στην οπή έδρασης. Σε διαφορετική περίπτωση δυσλειτουργίες και χρονικές καθυστερήσεις αποτελούσαν βεβαιότητα.
Η συνέργια μεταξύ των μηχανικών επίβλεψης του οικοδομήματος και του συνεργείου τοποθέτησης του μηχανισμού όφειλε να είναι άψογη. Εξάλλου το σημείο «επαφής και θεμελίωσης του μηχανισμού στο κτιστό πάτωμα του πύργου ήταν και το μοναδικό σημείο επαφής τους. Κατόπιν της ορθής τοποθέτησης η λειτουργία του φάρου εξαρτάτο από το πώς θα «εργαστεί» ο μηχανισμός περιστροφής.
Ακολούθως οι ορθοστάτες (μεταλλικά μέρη στήριξης του υαλοστασίου) καθώς και οι υαλοπίνακες συναρμολογήθηκαν μαζί με τον τρούλο σχηματίζοντας το 12πλευρο υαλοστάσιο.
Κατόπιν τα μικρότερα μπρούτζινα μέρη του ωρολογιακού μηχανισμού ενσωματώθηκαν στη μόνιμη θέση τους.
Το μηχάνημα περιστροφής ήταν ένας ωρολογιακός μηχανισμός ακριβείας και αποτελείτο από πλήθος γραναζιών, τριβέων (ρουλεμάν) και αξόνων, στιβαρής κατασκευής.
Η διάταξη του μηχανισμού είχε ως εξής: Μεγάλο βαρίδι ανηρτημένο σε συρματόσχοινο το οποίο ήτο τυλιγμένο γύρω από ένα οριζόντιο τύμπανο με άξονα περιστροφής φρόντιζε να δώσει την κίνηση. Ωθούμενο από τον νόμο της βαρύτητας το βαρίδι κατέβαινε αργά, προς την βάση του πύργου, μαζί με το ξετυλιγόμενο συρματόσκοινο, περιστρέφοντας τον άξονα του τύμπανου.
Ο άξονας μετέδιδε την κίνηση σε μια σειρά γραναζιών (μειωτήρων) που μείωναν την ταχύτητα και αύξαναν τη ροπή η οποία ήταν απαραίτητη για την περιστροφή του βαρύτατου οπτικού.
Η ροπή μεταδίδονταν σε κυκλικό έδρανο το οποίο περιστρεφόταν γύρω από τον κάθετο άξονα του και περιμετρικώς του σταθερού πυρήνα του μηχανισμού. Εδραζόταν δε σε οκτώ μεγάλους τριβείς (ρουλεμάν) επί επίπεδης κυκλικής επιφάνειας του σταθερού αυτού πυρήνα. Η περιστρεφόμενη διάταξη κατέληγε προς τα άνω σε μεταλλική κυκλική στεφάνη (βάση) πάνω στην οποία εδραζόταν το οπτικό.
Η ρύθμιση της ταχύτητας περιστροφής ελέγχονταν από το βαρίδι το οποίο ήταν αυξομειούμενου βάρους (προσθαφαιρούμενα δισκοειδή βαρίδια) μα και από σφαιροσταθμιστή (φυγοκεντρικό ρυθμιστή) εντός του μηχανισμού.
Ο σφαιροσταθμιστής δεν είναι άλλο παρά ένα κωνικό εκκρεμές του Watt. Αποτελείται από κεντρικό κάθετο άξονα στο άνω μέρος του οποίου, αριστερά και δεξιά κρέμονται δύο βραχίονες φέροντες στην άκρη τους από μία μεταλλική μασίφ σφαίρα. Ρόλος αυτής της διάταξης είναι να «παρακολουθεί» και να προσαρμόζει δυναμικά την ταχύτητα περιστροφής του μηχανισμού.
Καθώς το οπτικό περιστρέφεται, περιστρέφεται και ο άξονας του σφαιροσταθμιστή. Εάν η ταχύτητα περιστροφής αυξηθεί οι βραχίονες ανασηκώνονται λόγω φυγοκεντρικής δύναμης. Υφίσταται μηχανική σύνδεση μεταξύ βραχιόνων και τεσσάρων πτερυγίων άνωθεν. Καθώς οι βραχίονες ανασηκώνονται, η επιφάνεια των πτερυγίων παίρνει κλίση τέτοια, ώστε να παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντίσταση στον αέρα.
Άρα η άνοδος των σφαιρών αυξάνει την αντίσταση / πέδηση στον άξονα. Έτσι η ταχύτητα περιστροφής του οπτικού επιβραδύνεται και σταθεροποιείται. Σε περίπτωση πτώσης της ταχύτητας οι βραχίονες του σφαιροσταθμιστή χαμηλώνουν, η επιφάνεια αντίστασης των πτερυγίων μειώνεται, επιτρέποντας την επιτάχυνση του συστήματος ώστε κα πάλι να σταθεροποιηθεί στην επιθυμητή ταχύτητα ρύθμισης.
Ο σφαιροσταθμιστής δημιουργεί μια δύναμη αντίστασης αντίθετη από εκείνην που δημιουργεί η τριβή των μερών του μηχανήματος, άρα την αντισταθμίζει.
Οι αυξομειώσεις της ταχύτητας περιστροφής του μηχανισμού, λόγω αλλαγής φορτίου ή αλλαγής τάσης στο μοτέρ ή λόγω κραδασμών ήτο δυνατόν να συμβούν και από τα χτυπήματα θαλασσίων κυματισμών ή από ξαφνικά και ισχυρά αέροστρίμματα που έπλητταν τον πύργο. Με τον σφαιροσταθμιστή διατηρείτο συνεχής «αυτόματη ανάδραση» που κρατούσε σταθερό το χαρακτηριστικό του (φωτεινό γνώρισμα) του φάρου. Χαρακτηριστικό το οποίο ο ναυτιλλόμενος ανέμενε να αναγνωρίσει (χωρίς να το συγχέει με άλλους φάρους) από την διάρκεια της αναλαμπής και της περιόδου που μεσολαβούσε ανάμεσα τους. Οι μετρήσεις αυτές ήταν γνωστές για κάθε φάρο αναγραφόμενες σε ναυτικούς χάρτες και φαροδείκτες.
Με το πέρας της συναρμογής του μηχανισμού, ακολούθως έλαβε χώρα η συναρμολόγηση του οπτικού εντός του υαλοστασίου. Το οπτικό αποτελείτο από 24 μέρη. Κάθε μέρος είχε ισχυρό μπρούτζινο πλαίσιο εντός του οποίου ήταν κολλημένα τα πρίσματα.
Τα μέρη του οπτικού αναλυτικά είναι τα εξής:
Καταδιοπτρική Στεφάνη (Χαμηλή ζώνη του οπτικού)
8 πλαίσια που αποτελούν το κατώτερη περιμετρική ζώνη του οπτικού με 6 τοξωτά καταδιοπτρικά στοιχεία έκαστο τριγωνικής διατομής οριζοντίως τοποθετημένα το ένα κάτω από το άλλο.
Διοπτρικό Τύμπανο (Κεντρική ζώνη του οπτικού):
8 κεντρικοί διοπτρικοί φακοί: Έκαστος σχηματίζεται από 3 ολόκληρους ομόκεντρους διοπτρικούς δακτυλίους στο κέντρο των οποίων φιλοξενείται ο κεντρικός επιπεδόκυρτο φακός. Άνω & κάτω από τους δακτυλίους στα απόκεντρα μέρη του πλαισίου σχηματίζονται 3 & 3 σχεδόν ημικύκλια δακτυλίων ενώ οι τέσσερις γωνίες του ορθογωνίου πλαισίου καλύπτονται από 2 τοξωτά διοπτρικά πρίσματα έκαστη.
Καταδιοπτρικός θόλος (Άνω Ζώνη):
8 πλαίσια τα οποία απαρτίζουν τον άνωθεν καταδιοπτρικό θόλο. Έκαστο με 15 τοξωτά, τριγωνικής διατομής πρίσματα που συνεπικουρούν τους κεντρικούς φακούς. Οριζοντίως τοποθετημένα το ένα κάτω από το άλλο, με το μήκος των πρισμάτων να μειώνεται με το ύψος.
Τα 24 αυτά κομμάτια ανέβηκαν στον πύργο όπου και ξεκίνησε η συναρμολόγηση τους με συγκεκριμένη σειρά. Στις τέσσερις γωνίες κάθε μπρούτζινου πλαισίου υφίστανται 4 διαφορετικά γράμματα. Κάθε γράμμα σε κάθε γωνία του πλαισίου έπρεπε να συνορεύει με το ίδιο γράμμα της γωνίας του διπλανού, του πάνω και του κάτω πλαισίου. Τα πλαίσια έμπαιναν σε συναρμογή από κάτω προς τα πάνω ξεκινώντας με την κατώτερη καταδιοπτρική ζώνη η οποία έπρεπε να βιδωθεί στην περιστρεφόμενη βάση του μηχανισμού, ακολουθούσε το διοπτρικό τύμπανο και τέλος ο καταδιοπτρικός θόλος.
Ο καταδιοπτρικός θόλος στο ανώτερο κεντρικό σημείο του, άφηνε οπή από την οποία περνούσε προς τα άνω η κυλινδρική καπνοδόχος της λυχνίας. Αρχικά γυάλινη περικλείοντας τη φλόγα ως ένα ορισμένο ύψος, κατέληγε σε μεταλλική καπνοδόχο φτάνοντας ως την εσωτερική κορυφή του τρούλου. Από εκεί μέσω κάθετης χοάνης με ανεπίστροφη βαλβίδα οδηγούσε τα προϊόντα της καύσης (καπνιά) εκτός φάρου από όπου και εξέρχονταν μέσω εξωτερικής σφαιρικής καπνοδόχου στην κορυφή του τρούλου.
Πριν την τοποθέτηση της πηγής φωτός η ώρα για να τεθεί ο μηχανισμός σε λειτουργία περιστροφής φέροντας πάνω του το βαρύ οπτικό είχε φτάσει. Εδώ θα αναδεικνυόταν οποιαδήποτε αστοχία στην τοποθέτηση του συνόλου των εξαρτημάτων. Πιθανοί κραδασμοί, παρά-εργοι ήχοι ή ανεπιθύμητες αλλαγές στην γωνιακή ταχύτητα περιστροφής.
Ακολούθησε η τοποθέτηση της λυχνίας στο εστιακό σημείο του οπτικού. Ήταν λυχνία γαλλικού τύπου η οποία άναβε μέσω πέντε (5) κυλινδρικών θρυαλλίδων (φιτιλιών), τοποθετημένες ομόκεντρα.
Λόγω καθαρότητας της ατμόσφαιρας των Ελληνικών θαλασσών δεν κρίθηκε ποτέ αναγκαία η χρήση λυχνιών έξι (6) θρυαλλίδων. Οι μεγαλύτερες αυτές λυχνίες προορίζονταν επίσης για χρήση στους μεγάλους φάρους Α’ και Β’ τάξης όπως και η πενταφύτιλη. Η διάμετρος της λυχνίας στο εξωτερικό 5ο φιτίλι ήταν 105 χιλ. Η φλόγα της στο πρέπον ύψος έφτανε τα 90 χιλ. και η κατανάλωση 1000 γραμμάρια πετρελαίου ανά ώρα.
Η συγκεκριμένη λυχνία απέδιδε φωτεινότητα 36 καρσέλς. Βεβαίως η αποδιδόμενη ισχύς από το οπτικό ήσαν πολλαπλάσια, μα τα φυτίλια έπρεπε να ξακρίζονται (κόψιμο καρβουνιασμένης άκρης/άνω μέρους) σε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε η λυχνία να αποδίδει τα μέγιστα.
Οι αρχικά διάχυτες ακτίνες που εκπέμπονταν από την λυχνία προσέπιπταν σε ολόκληρη την εσωτερική επιφάνεια του οπτικού.
Το μέρος εκείνο του οπτικού που εξαπέλυε το μεγαλύτερο ποσοστό της φωτεινής έντασης ήταν οι διοπτρικοί φακοί μέσω των οποίων το φως υφίστατο διπλή διάθλαση ώστε να εξέλθει οριζοντίως ως εξής:
Προσπίπτουσα κάθε ακτίνα στην εσωτερική επιφάνεια των στοιχείων αυτών υφίστατο διάθλαση και κατά την έξοδο της από την εξωτερική πλευρά υφίστατο διάθλαση εκ νέου ώστε να εξέρχεται οριζοντίως. Κάθε ένας φακός του οπτικού του Πάπα πολλαπλασίαζε την ένταση των 36 καρσέλς της λυχνίας κατά 98 φορές αποδίδοντας 3.508 καρσέλς.
Ο καταδιοπτρικός θόλος αλλά και τα χαμηλά καταδιοπτρικά στοιχεία λειτουργούσαν μέσω διάθλασης, κατοπτρισμού και πάλι διάθλασης, ως εξής:
Στα πρίσματα αυτά το φως προσέπιπτε στην πρώτη (διοπτρική εσωτερική) πλευρά τους και εισχωρώντας εντός τους υφίσταντο εκτροπή μέσω διάθλασης όπου και διατηρούσε την πορεία αυτή μέχρις ότου προσπέσει στη δεύτερη (κατοπτρική) πλευρά του πρίσματος. Εκεί εκτρέπονταν δια ανακλάσεως (κατοπτρισμού). Τέλος διατηρώντας την αυτή πορεία το φως προσέπιπτε στην τρίτη (διοπτρική εξωτερική) πλευρά όπου και πάλι εξετρέπονταν, μέσω διάθλασης σε τέτοιο βαθμό ώστε να λάβει πλέον οριζόντια διεύθυνση, ενισχύοντας τις δέσμες που εξαπέλυαν οι φακοί Φρενέλ. Με γωνίες πρόσπτωσης, εκτροπής και διάθλασης λεπτομερώς υπολογισμένες όπως προείπαμε γίνεται κατανοητή η τεχνική δυσκολία εκτέλεσης της κατασκευής. Ο καταδιοπτρικός θόλος και η καταδιοπτρική στεφάνη απέδιδαν ένταση 1.174 + 464 αντιστοίχως. Άρα από το άθροισμα των τριών εντάσεων λαμβάνουμε την συνολική ένταση έκαστης δέσμης, ήτοι: 3.508 + 1.174 + 464 = 5.146 καρσέλς
Η λυχνία δοκιμάστηκε και βρισκόταν πλέον στο απόλυτο εκείνο σημείο στο οποίο η αφή της θα εξαπέλυε αυτομάτως και ταυτοχρόνως τις 8 αυτές ισχυρές δέσμες προς τις κατευθύνσεις προς τις οποίες ήταν τυχαία στραμμένες οι πλευρές του οπτικού.
Το σύνολο των δοκιμών έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία.
Η λυχνία ανάβει και το φανάρι εξακοντίζει τις 8 ισχυρές δέσμες.
Με την βοήθεια μανιβέλας, ο μηχανισμός κουρδίζεται τυλίγοντας ολόκληρο το συρματόσχοινο γύρω από το οριζόντιο τύμπανο του. Έτσι αναρτάται το αντίβαρο ψηλά στον πύργο, ακριβώς κάτω από τον μηχανισμό.
Η μανιβέλα αφαιρείται από τον ωρολογιακό μηχανισμό, το αντίβαρο ξεκινά το ταξίδι της καθόδου.
Η περιστροφή του μηχανισμού ξεκινά, ταυτοχρόνως οι δέσμες εκκινούν και σαρώνουν τον ορίζοντα επισήμως για πρώτη φορά.
Το φανάρι του Κάβο Πάπα παραδίδεται στην υπηρεσία της ναυτιλίας την 20η Μαΐου του 1890, ημέρα Τρίτη και ώρα 19:33 τοπική.
Το χαρακτηριστικό του ήταν μια λευκή αναλαμπή ανά (1) λεπτό. Αυτό σημαίνει πως σε οκτώ λεπτά το οπτικό θα είχε ολοκληρώσει μια πλήρη περιστροφή. Για τυχαίο παρατηρητή στη θάλασσα ο οποίος είχε παρακολουθήσει μια ακολουθία από 8 συνεχόμενες αναλαμπές συνεπάγεται πως θα είχε λάβει τα φωτεινά σήματα και από τις οκτώ πλευρές του οπτικού, ενώ η 9η αναλαμπή θα προέρχονταν από την ίδια πλευρά από την οποία είχε προέλθει η 1η αναλαμπή.
Ο φάρος με την αργή του τότε περιστροφή απαιτούσε κούρδισμα κάθε 12 ώρες αφού το βαρίδι εκτελούσε κάθοδο περίπου 10 μέτρων (Το εσωτερικό πάτωμα του πύργου βρίσκεται υψηλοτέρα από την έδαφος) Αυτό συνεπάγεται πως το κούρδισμα του έπρεπε να επαναλαμβάνεται κατά την διάρκεια των χειμερινών νυχτών ιδιαιτέρως εκατέρωθεν του χειμερινού ηλιοστασίου (21ης Δεκέμβρη) όπου η μέρα διαρκεί μόλις 9ωρες και 31 λεπτά. Σε αυτές τις 12 ώρες το οπτικό εκτελούσε 90 περιστροφές.
Ο φάρος είναι ορατός μεταξύ 158ο και 278ο . Άρα έχει τόξο ορατότητας 240ο.
Η γεωγραφική του φωτοβολία είναι περί τα 23 ναυτικά μίλια (ν.μ.) με ύψος οφθαλμού 6 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας.
Κατά τη διάρκεια άριστων ατμοσφαιρικών συνθηκών η φωτοβολία μηχανήματος που προέρχεται από την ένταση των 5.146 καρσέλς τον καθιστούσε ορατό από τα 59 ναυτικά μίλια. Υπό μέτριες ατμοσφαιρικές συνθήκες ήταν ορατός από 34,2 ν.μ, ενώ υπό δυσχερείς συνθήκες από τα 23 ν.μ.
Ο φωτισμός αυτός υπήρξε ισχυρότερος από τον αντίστοιχο του φάρου της Φάσσας στην Άνδρο παρότι Α΄ τάξεως. Αναλυτικότερα ο φάρος αυτός συνδυασμού σταθερού φωτός και αναλαμπών αν και φωτίζονταν από την ίδια πενταφύτιλη λυχνία εξέπεμπε φως λιγότερο ισχυρό από τον Πάπα συγκεκριμένα έδινε 878 καρσέλς για το «Ζωηρόν σταθερόν λευκόν» φως και 4.466 καρσέλς για την «Λευκή Αναλαμπή» για τον λόγω του ότι η αναλαμπή προέρχονταν από το 1/16 της περιμέτρου του οπτικού, σε αντίθεση με το 1/8 της περιμέτρου του οπτικού του Πάπα.
Όσον αφορά τους υπόλοιπους φάρους Α΄τάξεως της Ελλάδας διακρίνονται οι :
Σαπιέντζα Μεθώνης οπτικού συστήματος κανονικού 8άγωνου αναλαμπής 9.255 καρσέλς.
Λιθάρι Σκύρου και Σίγρι Μυτιλήνης παρατεινόμενων αναλαμπών, αμφότεροι έχοντες οπτικό 12γωνο αναλαμπής 6.030 καρσέλς.
Σε ισχύ ακολουθούν φάρος Πάπας 5.146 καρσέλς.
Φάσσα Άνδρου με οπτικό σταθερού φωτός 878 καρσέλς, διακοπτόμενου από έναν και μόνο φακό πλευράς 16γωνου για τη παραγωγή μιας παρατεινόμενης αναλαμπής με ένταση 4.466 καρσέλς
Παραπόλα Μυρτώου Πελάγους με οπτικό Β’ τάξεως με φακό περιμετρικού σταθερού φωτός 135 καρσέλς, διακοπτόμενου από έναν και μόνο φακό πλευράς 12γωνου προς παραγωγή της παρατεινόμενης αναλαμπής των 3.320 καρσέλς.
Αρμενιστή Μυκόνου με οπτικό Β΄ ταξεως σταθερού φωτός 640 καρσέλς καταλαμβάνων το 15/20 της περιμέτρου και 5 φακοί παρατεινόμενων αναλαμπών πλευρών 20γώνου καταλαμβάνοντες το έτερο 5/20 με ένταση 1.914 καρσέλς έκαστος.
Δεν θα επεκταθούμε περεταίρω σε φάρους μικρότερων τάξεων αν και ορισμένοι φάροι 3ης τάξεως περιοδικών αναλαμπών υπήρξαν σε ορισμένες περιπτώσεις ισχυρότεροι από το σταθερό φως Β τάξεως.
Γίνεται αντιληπτή η κατάταξη της αρχικής ισχύος των μεγάλων φάρων της Ελλάδος με οπτικά Φρενέλ. Ο Πάπας ήταν το 3ο μεγαλύτερο (ισχυρότερο) φανάρι στο Αιγαίο [2], και το 4ο ισχυρότερο στις Ελληνικές θάλασσες.
O νέος φαροδείκτης του Nικ. Γ. Kοτσοβίλλη του 1908 παραθέτει τον φάρο ως εγκατεστημένο επί τούρκικων εδαφών και αναφέρει τα εξής:
«Kάβο Πάππας. Eπί του ακρωτηρίου τούτου εις ύψος 65 μέτρων από της θαλάσσης επί πύργου κτιστού υπάρχει τοποθετημένος περιστροφικός φανός με έκλαμψιν λευκήν ανά ένα πρώτο λεπτό, φαινόμενος από 20 μίλια. Λάμψις 12 δευτ. έκλειψις 48 δευτ. Tο φως τούτο δε φαίνεται νοτιότερον του ρελέβου Όστρια 35ο Λεβάντι».



VII. Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΔΥΚΤΙΟ & ΤΟ ΕΛΛΗΝΟ-ΓΑΛΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Η προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια συνδέεται άμεσα με τις στρατιωτικές και διπλωματικές επιτυχίες της Ελλάδας, ιδίως στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και αργότερα με τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923).
Μετά το πέρας των Bαλκανικών Πολέμων η Ελλάδα κατέλαβε πολλά νησιά του Αιγαίου. Λέσβος, Χίος, Σάμος, Λήμνος, Ικαρία, Θάσος, Ίμβρος, Τένεδος (παροδικά).
Με τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920 (αν και τελικά δεν εφαρμόστηκε πλήρως), η Ελλάδα ενσωμάτωσε προσωρινά περιοχές όπως η Σμύρνη και η Ανατολική Θράκη, όπου υπήρχαν φάροι. Ενώ με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 επικυρώθηκε οριστικά η κυριαρχία της Ελλάδας στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου (εκτός από Ίμβρο και Τένεδο, που παραχωρήθηκαν στην Τουρκία). Οι φάροι καθώς και λοιπές λιμενικές και ναυτιλιακές υποδομές που υπήρχαν στα ανακτηθέντα ελληνικά εδάφη πέρασαν σε Ελληνικούς φορείς.
Τα Δωδεκάνησα είχαν παραμείνει υπό ιταλικό έλεγχο από το 1912, όμως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και με τη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού του 1947, παραχωρήθηκαν επισήμως στην Ελλάδα από την Ιταλία. Άρα, και οι φάροι τους, πολλοί εκ των οποίων είχαν χτιστεί την οθωμανική περίοδο και λειτουργούσαν υπό ιταλική διαχείριση, ενσωματώθηκαν τότε σε εκείνους της εθνικής επικράτειας.

O φάρος Πάπας εντάχθηκε στο Ελληνικό Φαρικό δίκτυο στις 9 Απριλίου 1915. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν εμφανίζεται σε παλαιότερους Ελληνικούς φαροδείκτες, πάρα μόνο σε μεσογειακούς και ακόμη παλαιότερα σε φαροδείκτες παγκόσμιας κάλυψης
Το ζήτημα όμως της νομικής υπόστασης των προσαρτημένων φαρικών εγκαταστάσεων παρέμενε ανοιχτό και άλυτο.
Το Γάλλο-Ελληνικό ζήτημα των φάρων είναι μια σημαντική αλλά σχετικά άγνωστη σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που αφορά τη διαχείριση, κυριότητα και εκμετάλλευση των φάρων στο Αιγαίο και γενικά στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο, μετά την απελευθέρωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων που είχαν αναλάβει ο Μισέλ και ο Κολάς αλλά και τα υψηλά κέρδη που αποκομούσαν, οδήγησε στην πολυετή επέκταση της παραχώρησης, ακόμη και μετά την επιστροφή των ακτών αυτών στο Ελληνικό έθνος.
Η Γαλλική Εταιρία Διοίκησης της οποίας η μονοπωλιακή σύμβαση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία ίσχυε ακόμη, συνέχισε να απαιτεί δικαιώματα εκμετάλλευσης, και είσπραξη φαρικών τελών, επικαλούμενη τα οθωμανικά συμβόλαια.
Από το 1913 έως το 1920 υπήρξε έντονη διπλωματική διαμάχη μεταξύ Αθήνας και Παρισίων. Στη δεκαετία του 1920 έγιναν διμερείς διαπραγματεύσεις με τη Γαλλία.
Το 1930 η ελληνική κυβέρνηση αρχίζει να επανεξετάζει τις διεθνείς συμβάσεις που είχε κληρονομήσει από την Οθωμανική περίοδο. Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Ναυτικών αναθέτει μελέτη για την οργάνωση της Υπηρεσίας Φάρων. Σκοπός ήταν η ολοκληρωτική κατάργηση του ξένου ελέγχου και η πλήρης τεχνική αυτοτέλεια της χώρας μας.
Μεταξύ 1931–1933 εντείνονται οι διαπραγματεύσεις με τη γαλλική εταιρεία για τα φανερά και κρυφά φαρικά τέλη που εισέπραττε. Την δεκαετία του 30’ συμπίπτουν χρονικά οι διαδικασίες νομικής ανεξαρτητοποίησης των φάρων στα ανακατεκτημένα εδάφη και ταυτόχρονα το όραμα οργάνωσης και τεχνολογικής εξέλιξης του φαρικού δικτύου.
Οι παρεμβάσεις του Υπουργείου Εξωτερικών και του Πολεμικού Ναυτικού αποσκοπούν στην διακοπή οποιασδήποτε γαλλικής διοικητικής ή οικονομικής ανάμειξης στους φάρους. Παράλληλα, γίνονται τεχνικές επιθεωρήσεις σε φαρικές εγκαταστάσεις που είχαν κατασκευαστεί από τη γαλλική εταιρεία ώστε να καταγραφεί η κατάστασή τους.
Ήδη από το 1933 το ελληνικό κράτος είχε αναλάβει εκτενές έργο αποκατάστασης, ανακαίνισης φάρων και αυτοματοποίησης μικρών πυρσών, η οποία θα ολοκληρωθεί τα επόμενα έτη, ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζουν μέχρι και την έναρξη του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, οπότε και διακόπτονται.
Μετά τον πόλεμο οι διαδικασίες διαιτησίας ξεκινούν και πάλι, ενώ οι αποφάσεις ελήφθησαν μετά το πέρας 12 πρόσθετων ετών. Με την διαιτητική απόφαση της 24ης Ιουλίου του 1956 και την σύμβαση της 5ης Φεβρουαρίου του 1957 λαμβάνει χώρα η τελική συμφωνία μεταξύ Ελλάδος & Γαλλικής εταιρίας. Με οριστικό διακανονισμό δίδεται αποζημίωση 310.000 δολαρίων ΗΠΑ ή 108.500.000 Παλαιών Γαλλικών Φράγκων (σημερινή αξία 3.080.160 ευρώ) απ’ την ελληνική πλευρά. Το ποσόν μεταφέρεται την ίδια ημέρα της 5ης Φεβρουαρίου μέσω τραπέζης της Ελλάδος. Επαναγοράζονται έτσι τα δικαιώματα λειτουργίας των φάρων και ενσωματώνονται οριστικά στο ελληνικό δημόσιο.

***
VIII. Η ΦΩΤΙΣΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΤΟ 1933
Το 1933 λαμβάνει χώρα μια σημαντική μεταρρύθμιση όσον αφορά τον φωτισμό του Πάπα, στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του φαρικού δικτύου οπότε και καταργήθηκε η λυχνία των 5 κυλινδρικών θρυαλλίδων. Η λειτουργία του εγκαινιάζεται με καυστήρα «πυρακτώσεως διά πετρελαϊκών ατμών» με διάμετρο κεφαλής 85 χιλιοστών.
Επρόκειτο για μια πρωτοποριακή αλλά απλή στην λειτουργία της μορφή λυχνίας.
Ο φωτισμός του συστήματος αυτού επιτυγχάνονταν από δύο συγκοινωνούσες μεταλλικές φιάλες εμπεριέχουσες πετρέλαιο και ατμοσφαιρικό αέρα αντιστοίχως. Το μείγμα αυτό υπό πίεση διοχετευόταν χαμηλά εντός του θαλάμου του καυστήρα μέσω συστήματος ψεκασμού ως νέφος μικροσωματιδίων.
Ο καυστήρας/λυχνία έπρεπε να προθερμανθεί για περίπου 20 λεπτά από προθερμαντήρα, ένα δισκοειδές μικρό μεταλλικό δοχείο που περιείχε αιθυλική αλκοόλη και άναβε με φυτίλια. Τοποθετείτο δε κάτω από τον καυστήρα ώστε να τον προθερμάνει.
Με την υπερθέρμανση που υφίστατο το νέφος μετατρέπονταν σε ατμό ο οποίος ακολούθως αναφλέγονταν. Η φλόγα ξεπηδούσε από την κεφαλή του καυστήρα ενώ η δύναμη της ρυθμιζόταν από βαλβίδα που μετρίαζε ή αύξανε την ροή του εύφλεκτου μείγματος.
Με την σωστή ρύθμιση η φλόγα αποκτούσε μια διάφανη μπλε απόχρωση, χωρίς φωτιστική αξία. Αυτή ήταν η ένδειξη πως ο καυστήρας ήταν έτοιμος να υποδεχτεί τον μανδύα πυρακτώσεως.
Ο μανδύας είναι λευκό υφασμάτινο πλέγμα συνήθως από βαμβάκι. Το λεπτό αυτό ύφασμα μετά από χημικό καθαρισμό εμποτιζόταν με υγρό που αποτελείτο από αποσταγμένο νερό και μείγμα 99% νιτρικού θορίου και 1% νιτρικού δημητρίου. Εν συνεχεία περνούσε σε φάση αποξήρανσης. Εμβαπτιζόταν έπειτα σε διάλυμα αλάτων αλουμίνας και μαγνησίας ώστε να προστατεύεται το νήμα αμιάντου που χρησιμοποιείτο για να ραφτεί ο μανδύας στο κυλινδρικό στήριγμα του (μανίκι). Εν συνεχεία ο μανδύας ράβονταν στο στήριγμα του και τοποθετούνταν σε ειδικό καυστήρα που απανθράκωνε το αρχικό βαμβακερό ύφασμα και μετέτρεπε τα προαναφερθέντα άλατα σε αντίστοιχα οξείδια. Ο συνδυασμός αυτός των οξειδίων θορίου και δημητρίου καθιστούσε τον μανδύα ικανό να αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες της φλόγας και ταυτόχρονα να έχει υψηλή φωτεινή εκπομπική ισχύ. Ορισμένοι μανδύες ήταν κατασκευασμένοι από τεχνητό μετάξι που περιείχε τα οξείδια ήδη στη μάζα του εκ κατασκευής. Τέλος ο μανδύας βυθιζόταν σε διάλυμα κολλοδίου που το σκλήραινε ώστε να είναι ασφαλές για μεταφορά.
Ο μανδύας έχοντας περάσει πλέον την χημική επεξεργασία και προσαρμοσμένος περιμετρικά στο άνω χείλος της ορειχάλκινης κυλινδρικής βάσης του, έφτανε στα χέρια του φαροφύλακα ο οποίος «περνούσε» τον κύλινδρο σαν μανίκι στην κεφαλή του καυστήρα. Ο μανδύας πυρακτωνόταν σε θερμοκρασία ~1300–1600°C και αποκτούσε την τελική του «φουσκωμένη» μορφή. Για τον λόγο αυτό ονομαζόταν αυτό-διαμορφούμενος ή αυτό-σχηματιζόμενος.
Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγή διαπεραστικότατου λευκού φωτός που αύξησε ακόμη περισσότερο την φωτιστική ισχύ μηχανήματος του φάρου στα 26.000 καρσέλς δηλαδή στις 249.860 καντέλες, η οποία και έδινε φωτοβολία μηχανήματος της τάξεως των 76,1 ναυτικών μιλίων κατά τη διάρκεια άριστων ατμοσφαιρικών συνθηκών, 42,5 ν.μ κατά τη διάρκεια μέσων και 28 ν.μ κατά τη διάρκεια ομιχλωδών ατμοσφαιρικών συνθηκών. Οι εκλάμψεις περνούσαν κατά πολύ την γεωγραφική φωτοβολία και ήσαν ορατές επάνω στα ουράνια σύννεφα πέραν του ορίζοντα.

Η λυχνία των 85 χιλ. ήταν η μεγαλύτερη και ισχυρότερη που χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα και αποκλειστικά σε φάρους των τριών μεγαλυτέρων τάξεων. Οι φαροφύλακες και πιθανότατα όχι μόνο εκείνοι συνήθιζαν να αποκαλούν τα καταδιοπτρικά Α’, Β’ και το μέγα υπόδειγμα της Γ τάξεως απλά ως «85άρια» χωρίς να αναφέρονται στον όρο «τάξη». Μικρότεροι φάροι χρησιμοποίησαν αντίστοιχες λυχνίες των 55 και 35 χιλιοστών.
Το σύστημα αυτό παρείχε στον φάρο πλήρη αυτονομία και μεγάλη αξιοπιστία μα απαιτούσε τακτική συντήρηση. Ήταν επιτακτικός ο ενδελεχής καθαρισμός του καυστήρα και η αλλαγή του μανδύα καθώς ήταν ιδιαιτέρως εύθραυστος σε τραντάγματα.
Ο πύργος του Πάπα ταλανίζεται από αδυσώπητους νοτιάδες ως και 12 μποφόρ κατά του χειμερινούς μήνες, με ανάλογα ύψη κυμάτων που σφυροκοπούν κατά μέτωπο τον κάβο. Τα τραντάγματα είναι αισθητά στον πύργο σε βαθμό πρόκλησης ζημιών στη λυχνία και δυσφορίας των φυλάκων.
Χαρακτηριστική ήταν η διήγηση του Θανάση Λεριάδη που έδωσε στον γράφοντα, στην τραπεζαρία του φάρου, μια από τις τελευταίες αυγουστιάτικες νύχτες του 1998: «…Στρίμματα έπεφταν στον πύργο κι απ’ το τράνταγμα κοβόταν ο αμίαντος… και βάζαμε άλλο αμίαντο, και πάλι κομμάτια ο αμίαντος, και δώστου πάλι…» [3]
Εδώ γίνεται κατανοητή και η σημασία του αυξημένου πάχους τοιχοποιίας του όλου οικοδομήματος.
Ο Πάπας διατήρησε τη θέση του 3ου ισχυρότερου στο Αιγαίο και 4ου ισχυρότερου στην Ελλάδα. Με την κατάταξη να έχει ως εξής:
Σαπιέντζα 47.000 καρσέλς, δηλαδή φωτοβολίας σε μέτριες ατμοσφαιρικές συνθήκες 45,4 ν.μ.
Σίγρι 34.000 καρσελς ήτοι 43,9 ν.μ. περίπου.
Λιθάρι 31.800 καρσελς, 43,4 ν.μ.
Πάπας 26.000 καρσέλς, 42,4 ν.μ.
Φάσσα των 6.500 καρσελς 35,3 ν.μ,
Kαστρί Oθωνών 6.000 καρσελς 35 ν.μ.
Παραπόλα Μυρτώου Πελάγους 12.900 καρσελς 38,7 ν.μ.
Aρμενιστή Μυκόνου 8.900 καρσελς 36,9 ν.μ.
Στα χρόνια πριν τον πόλεμο οι πρόγονοι του γράφοντος, με γνώμονα τη σωστή διαβίωση των ζώων τους, μετακινούνταν από το Αμάλου (βορίως του Πάπα), χωριό σκαρφαλωμένο ψηλότερα πάνω από τη θάλασσα και με χαμηλότερη θερμοκρασία, προς το Καρκινάγρι, το θαλασσινό χωριό στα Ανατολικά του κάβου και το κοντινότερο σε αυτόν, με ηπιότερο κλίμα. Η μετακίνηση αυτή λάμβανε χώρα περί τα τέλη Οκτώβρη με αρχές Νοέμβρη και πάντα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο υποτυπώδης δρόμος περνούσε από υψώματα γύρω από τον κάβο Πάπα. Τότε η φωταύγεια των ισχυρών λευκών δεσμών του φαναριού συνόδευε το διάβα τους. Κατά τα τέλη κάθε Μάρτη ακολουθούσε η αντίθετη διαδρομή ώστε τα «ζωντανά» να μετακινηθούν προς το δροσερότερο Αμάλου με τον φάρο να τους περιμένει για ένα ακόμη πέρασμα. [4]

***
- Ο ΦΑΡΟΣ ΣΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ & ΕΩΣ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 80΄
Kατά τη διάρκεια του B΄ Παγκοσμίου πολέμου η ναυτική αυτή εγκατάσταση κατελήφθη από Ιταλούς και μετατράπηκε σε φυλάκιο τους. Ο Πάπας δεν ήταν ανάμεσα σ’ εκείνους που έπαψαν να λειτουργούν. Αντιθέτως διατήρησε τη φύλαξη των θαλασσών. [5]
Για το μικρό ξωκλήσι του Αγ. Γεωργίου, αναπόσπαστου μέρους της ιστορίας του κάβου, που στέκει στο μικρό πέτρινο ακρογιάλι, στα ανατολικά, σώζεται η πληροφορία πως κατά την διάρκεια των δύσκολων ετών της κατοχής κάτοικοι από τα γύρω χωριά Καρκιναγρίου, Αμάλου και Καλάμου κατέφευγαν υπό την σκέπη του για ολονυχτίες όπου λιτάνευαν την επιστροφή των αγαπημένων τους προσώπων από το πολεμικό μέτωπο. [6]
Το πέρας του πολέμου βρήκε το φάρο ακόμη σε λειτουργία καθώς δεν είχε πέσει θύμα γερμανικών βομβαρδισμών, ως συνέβη με την πλειονότητα των Ελληνικών φαρικών υποδομών. Σε μια δύσκολη περίοδο κακουχίας μετά την αποχώρηση των Iταλών 1943-1944 το φανάρι λεηλατήθηκε από ντόπιους, για τα υλικά του που μπορούσαν να αποσπαστούν απ’ αυτόν. [7]
Στα πλαίσια ανασυγκρότησης του ελληνικού φαρικού δικτύου, ο Πάπας επαναλειτουργεί με προσωρινή τοποθέτηση αυτόματου πυρσού ασετιλίνης το 1945. Παράλληλα ξεκινούν οι εργασίες αποκατάστασης των ζημιών οι οποίες το 1949 έρχονται εις πέρας με την τοποθέτηση νέου φωτιστικού μηχανήματος και την επάνοδο του φάρου, διατηρώντας το αρχικό του χαρακτηριστικό.
Το 1958 πραγματοποιήθηκε επισκευή και συντήρηση του [8]. Ενώ 21 χρόνια αργότερα τα σημάδια καταπόνησης του Πάπα ήρθαν να επιβεβαιώσουν πως τίποτα δεν αντιστέκεται στο διάβα του χρόνου και στη μανία της φύσης. Ήταν το 1979 όταν πλέον παρουσιάστηκε κλίση του περιτοιχείου που φιλοξενούσε τον ωρολογιακό μηχανισμό δηλαδή των 2 τελευταίων χτιστών μέτρων.
Στο πλαίσιο των επισκευών του κλιμακίου της Υπηρεσίας φάρων το οπτικό αποσυναρμολογήθηκε από το υαλοστάσιο και ακολούθως αφαιρέθηκε ο ολόκληρος ο μηχανισμός περιστροφής. Το επίπεδο έδρασης του παρέμεινε στη θέση του, μα το χτιστό περιτοίχειο που για σχεδόν 90 χρόνια τον φιλοξενούσε αποσπάστηκε μαζί με το υαλοστάσιο. Ο μηχανισμός μετεφέρθη στον Πειραιά στις εγκαταστάσεις της Υπηρεσίας Φάρων για καλιμπράρισμα (επαναρρύθμιση). [9]
Λειτούργησε τότε αυτόματο φανάρι με μικρή φωτοβολία. το οποίο και υψώθηκε από τσιμεντένια βάση επί του εδάφους έμπροσθεν και δεξιά του κυρίως πύργου.
Ο μηχανισμός, το καταδιοπτρικό και το νέο υαλοστάσιο έφτασαν στον τόπο του φάρου με φαρόπλοιο (εφοδιαστικό πλοίο της Υπηρεσίας). Επι του κάβου αερο-μετεφέρθησαν σε κομμάτια με ελικόπτερο του πολεμικού ναυτικού. Τα ογκωδέστερα μέρη όπως ο τρούλος εδράστηκαν στον πύργο με την βοήθεια του ίδιου του ελικοπτέρου. [10]
Στη θέση του περιτοιχείου που είχε γκρεμισθεί η λύση δόθηκε από 12πλευρη μεταλλική κατασκευή, οι πλευρές του οποίου αντιστοιχούσαν στις 12 πλευρές του υαλοστασίου. Αυτή τη φορά το υαλοστάσιο είχε εξωτερικά εφοδιαστεί με στενό περιμετρικό μπαλκόνι, στο ύψος της βάσης του. Εκεί δηλαδή που έφτανε το ύψος της 12πλευρης μεταλλικής κατασκευής.
Έτσι οκτώ μήνες μετά την διακοπή της μεγάλης ισχύος του, ο φάρος επαναλειτούργησε όπως άλλοτε.

Λίγο μετά το 1980 η πηγή φωτισμού του άλλαξε εκ νέου. Μετατράπηκε τότε σε ηλεκτρικός, εφοδιασμένος από έναν ευμεγέθη λαμπτήρα των 1.000 w, που μείωσε την ισχύ φωτοβολίας. Παράλληλα αλλάζει και το χαρακτηριστικό του σε μια λευκή αναλαμπή ανά 20΄΄, αυτό επετεύχθη με την αύξηση της ταχύτητας περιστροφής του μηχανήματος κατά τα 2/3 της αρχικής. Απαιτούσε πλέον κούρδισμα κάθε 4 ώρες.
Με το αντίβαρο να ακουμπά στο πάτωμα του πύργου, ηλεκτρικό κύκλωμα «έκλεινε»,
δίνοντας το χαρακτηριστικό κουδούνισμα ειδοποίησης ώστε ο φύλακας να ανέβει τον πύργο και να κουρδίσει και πάλι τον μηχανισμό.
Σε περίπτωση διακοπής ρεύματος το παλαιό σύστημα αφής δια πετρελαϊκών ατμών θα έμπαινε σε λειτουργία ως εφεδρικό.
Η μετάβαση στην ηλεκτρική ενέργεια έφερε το φανάρι σε μια νέα εποχή, δημιούργησε όμως σημαντική τρωτότητα, η οποία έγκειτο στο πρόβλημα της μη αυτονομίας. Ο φάρος δεν διέθετε ηλεκτρογεννήτρια όπως ορισμένοι υπέρ-απόκεντροι φάροι του εξωτερικού. Εδώ γίνεται κατανοητή η συνεπαγωγή της διακοπής παροχής ρεύματος προς τον Κάβο. Κατά τα έτη πριν την ηλεκτροδότηση του φάρου η λειτουργία του εξαρτιόταν αποκλείστηκα και μόνο από την επαρκή ποσότητα προμήθειας σε πετρέλαιο και φυσικά από τον επαγγελματισμό των φαροφυλάκων. Αποτελούσε οξύμωρο σχήμα το γεγονός της νέας «εύθραυστης» αυτονομίας, την σωτηρία της οποία αναλάμβανε το παλαιό καθεστώς λειτουργίας με πετρέλαιο.
Ήταν γύρω στο ‘83 ‘όταν ο γράφων ήρθε σε πρώτη επαφή με το φανάρι ως νήπιο και μάλιστα καθόλου τυχαία καθώς αποτελούσε τόπο προγραμματισμένων ή απρογραμμάτιστων εξορμήσεων για τον Πατέρα του. Η πρώτη εγγεγραμμένη στην μνήμη επίσκεψη ήταν με οικοδεσπότη τον αγαπητό συγχωριανό και αείμνηστο φαροφύλακα Γεώργιο Κόχυλα.


Το σκηνικό εκείνο ήταν τουλάχιστον πρωτόγνωρο.
Η ράχη του κάβου σκαρφαλωμένη προς τον βοριά.
Στο νοτιά το απότομο κρέμασμα προς το βαθύ μπλε Ικάριο.
Δυτικά η περιοχή όπου κάποτε έχασε τη ζωή του φαροφύλακας από την Κρήτη και έκτοτε η πλευρά αυτή του κάβου πήρε το όνομα «Κρητικό»
Ανατολικά η θέα προς το εκκλησάκι του Αϊ Γιώργη στην αγκάλη της παραλίας (απ’ όπου ανεβήκαμε) και ακόμα πιο πέρα ο βράχος «καράβι» με φόντο την πίσω όψη του κάβου της Μαύρης. (Η μπροστινή όψη του κάβου της Μαύρης είναι το δυτικότερο σημείο του νησιού το οποίο έχουν θέα οι κάτοικοι του Καρκιναγρίου)

Τότε, στην πίσω μεριά του φάρου, προς τον βορρά, υπήρχε ακόμη το «χειροποίητο» ελικοδρόμιο που δεν ήταν άλλο από μια μεγάλη περίμετρος εδάφους κυκλωμένη από λευκό-βαμμένες πέτρες.
Στα άμεσα χρόνια που ακλούθησαν ο γράφων είχε ιδία γεύση από την αφή και λειτουργία του φάρου με το παλαιό σύστημα πετρελαιατμών, σε κάποιο σούρουπο με διακοπή ρεύματος ή ακόμα και τιμής ένεκεν των θερινών φίλων-φιλοξενούμενων.
Η νυχτερινή αιώρηση των 8 ισχυρών δεσμών φωτός υπήρξε απαράμιλλη τελετουργία. Οι άκρες τους έφταναν μέχρι τα βάθη του Αιγαίου έως τη στιγμή που κατά την αριστερόστροφή περιφορά, το φως τους «έπιανε» γιαλό, «περπατούσε» στα γύρω υψώματα, μέχρι που χανόταν και πάλι στη θάλασσα.
Το βράδυ εντός υαλοστασίου ο παρατηρητής έβλεπε τις δέσμες, από κάθε πλευρά του οπτικού να διαπερνούν τους υαλοπίνακες αφήνοντας επάνω τους την περιφερόμενη προβολή κάθε φωτισμένου πρίσματος.
Ο πρωινός επισκέπτης του υαλοστασίου γινόταν μάρτυρας της διαθλαστικότητας και διασποράς του ημερησίου φωτός από το «κοιμώμενο» οπτικό, που προκαλούσε το χαρακτηριστικό λάμψιμο των πρισμάτων, ενώ μέσα σε αυτά το ηλιακό φως διαχωριζόταν στα 7 χρώματα της ίριδας προκαλώντας φαντασμαγορικά οπτικά φαινόμενα.
Με την ηλεκτροδότηση του φάρου, η κάθοδος των ηλεκτροφόρων συρμάτων μέχρι τον κάβο και οι ξύλινες κολώνες έκαναν τον χώρο ακατάλληλο για ελικοδρόμιο. Οι λευκές πέτρες του, άρχισαν να χάνονταν μια-μια με τον χρόνο, ώσπου δεν έμεινε τίποτα που να θυμίζει ότι υπήρξε κάποτε εκεί.
Ο τόπος του κάβου με το ευγενές, αγέρωχο φανάρι και την λευκή φιλόξενη αυλή, που ήταν λες και ο καλοκαιρινός ουρανός γεννιόταν απ’ τα σπλάχνα της, κατέληξε να αποτελεί έναν παιδικό ονειρότοπο και μελλοντική «σφραγίδα»
***


- ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ
Tο 2000 ο Πάπας ήταν το τελευταίο φανάρι με το βαρύ οπτικό, το μηχανισμό περιστροφής του και το εφεδρικό σύστημα αφής εν ενεργεία. Tον Οκτώβριο του ίδιου έτους αφού πλέον είχαν ολοκληρωθεί τα γυρίσματα της ταινίας «Το Φως που σβήνει» το βαρίδι του Πάπα «έπιασε γη» και το συρματόσχοινο του χαλάρωσε.
O παλαιότατος μηχανισμός περιστροφής των κρυστάλλων, που ποτέ δεν συμπεριλήφθηκε μεταξύ των απωλειών του φάρου, αδρανοποιήθηκε μόνιμα χωρίς να αφαιρεθεί από τη θέση του, ενώ το οκταγωνικό οπτικό που δημιουργούσε στους επισκέπτες μια ονειρική διάφανη παραίσθηση χρωμάτων αποσυναρμολογήθηκε στα εικοσιτέσσερα του κομμάτια και εγκατέλειψε το υαλοστάσιο.
Συναρμολογήθηκε σύντομα και πάλι από τον φαροφύλακα Μάκη Κουλουλία εντός δωματίου όπου στέκει μέχρι και σήμερα. Δωμάτιο που έλαβε ακολούθως μουσειακό χαρακτήρα καθώς μαζί εκτίθενται η λυχνία ατμών πετρελαίου των 85 χιλ. του Αγγλικού οίκου Chance Brothers, καθώς και εργαλεία και μέσα αφής του παλαιού φάρου.

Ακολούθως ο φάρος άναψε με τρία φωτιστικά μηχανήματα FML 1000 της Ολλανδικής εταιρίας Orga B.V. Το καθένα από αυτά είναι εφοδιασμένο με δύο λάμπες ιωδίου των 1.000 w. Οι φαροφύλακες αστεϊζόμενοι τα αποκαλούν «ψησταριές». Έχουν δε τοποθετηθεί ώστε να φωτίζουν μόνο το τόξο ορατότητας του φάρου, δηλαδή μόνο προς το πέλαγος.
Αυτόματο πλαστικό φανάρι εντός υαλοστασίου λειτουργεί σε περίπτωση διακοπής ρεύματος ως εφεδρικό, με τη βοήθεια 18 μπαταριών.
Το περιστροφικό μηχάνημα παραμένει στη θέση του σιωπηλό εκεί που κάποτε είχε «παλμό».
Ο φάρος μετατράπηκε σε μεγάλη σπίθα αφού σβήνει εντελώς μεταξύ των φωτεινών σημάτων. Ο εντοπισμός του από τη θάλασσα απαιτεί πλέον προσοχή.
Tο φως που εκπέμπεται στερεί απ’ το φάρο την παλιά του αίγλη και η εικόνα των νέων μηχανημάτων μέσα στο υαλοστάσιο λυπεί και μελαγχολεί τον επισκέπτη. Ίσως η ταινία το «Φως που σβήνει» πήρε τον τίτλο της θέλοντας να περιγράψει και την αλλαγή της όψης του σινιάλου του Πάπα.
Είναι βέβαιον πως με την ενσωμάτωση νέας τεχνολογίας το φανάρι θα μπορούσε να αυτοματοποιηθεί χωρίς να καταργηθεί η λειτουργία του μηχανισμού και του ιστορικού καταδιοπτρικού.
H καλαισθησία και η ποιότητα, αναδεικνυόμενες σε δοξασμένες εποχές και περασμένους αιώνες θυσιάστηκαν στο βωμό της τεχνολογικής «προόδου (;;)».
Ο φάρος Πάπας έχει «περάσει» πλέον ανάμεσα στα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς με τον χαρακτηρισμό του ως τέτοιου από την UNESCO και εξακολουθεί να είναι επιτηρούμενος από φαροφύλακες που τον συντηρούν αδιαλείπτως με αγάπη, και παλεύοντας με τα στοιχεία της μητέρας φύσης και τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος. Έτσι όπως ακριβώς έπραξαν και οι περασμένες γενεές φαροφυλάκων. Γι’ αυτό τους είμαστε υπόχρεοι.
Η ιστορία του Φάρου μας συνεχίζεται.
***

- ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΒΟ
Τελευταίο δυτικό σύνορο της Ικαρίας ο Κάβος είναι τόπος λιγοστής μα και άκρως ανθεκτικής άγριας χλωρίδας και πανίδας. Γίνεται προσβάσιμος με τους εξής τρόπους:
1ον Δια θαλάσσης από το κοντινότερο χωρίο προς τον κάβο, το Καρκινάγρι, αποβίβαση στην παραλία του Αγ. Γεωργίου και ανάβαση υποτυπώδους μονοπατιού 5 λεπτών.
2ον: Από το Καρκινάγρι με πεζοπορία μέσω του παλαιού παραλιακού μονοπατιού το οποίο χρησιμοποιούσαν οι φαροφύλακες.
3ον: Οδικώς από τον αμαξωτό δρόμο από Αμάλου προς Καρκινάγρι και μετά το χωρίο Κάλαμος σε εσοχή του δρόμου δεξιά όπου διακρίνονται ξύλινες ταμπέλες «προς Φάρο Πάπα». Ακολουθεί δύσκολη διαδρομή χωμάτινου αμαξωτού μέχρι το δίχαλο. Από εκεί αριστερά προς τον κατεστραμμένο μετεωρολογικό σταθμό/κεραία της ΕΜΥ ή εναλλακτικά δεξιά προς έρημο ζωοστάσιο απ’ όπου ακολουθεί δύσβατο κατηφορικό μονοπάτι 20 λεπτών υπό την συνοδεία Δελφικών Παραγγελμάτων.
***

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΑΠΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
[1], [3]: Από βραδινές κουβέντες με τον φαροφύλακα Αθανάσιο Λεριάδη, κατά την διάρκεια Αυγουστιάτικης βεγγέρας στο φάρο το 1998
[2] «Χαραγμένες» κουβέντες στο μυαλό από τον πατέρα Στέλιο Ε. Λύκο στον Κάβο Πάπα για τον Κάβο Πάπα την δεκαετία του 80΄
[4], [5], [6], [7], [8]: Από προφορικές μαρτυρίες κατά τις δεκαετίες 90΄και 00΄της Νίκης Παραλαίμου, το γένος Πλάκα, αλησμόνητης γιαγιάς.
[9]: Συζήτηση & ξενάγηση του γράφοντος και του πατέρα του Στέλιου Ε. Λύκου, στο μουσείο της Υπηρεσίας Φάρων το 2001, από τον κ. Κρητικό.
[10]: Παιδικές αναμνήσεις της φίλης Πέπης Κόχυλα, κόρης του φαροφύλακα Γεωργίου Κόχυλα.
***

EYXAPIΣTIEΣ
Τιμώ την μνήμη των παππούδων Νίκης & Νικολάου Παραλαίμου για αφηγήσεις που θα είχαν χαθεί, καθώς και την μνήμη του φαροφύλακα Γεωργίου Κόχυλα για την πρώτη φιλοξενία.
Ευχαριστώ θερμά τους φαροφύλακες της προηγούμενης γενιάς -πάντα με αλφαβητική σειρά: Kουλουλία Μάκη, Λεριάδη Αθανάσιο, & Πλάκα Σίμο, τους νεότερους Βατούγιο Γεώργιο (καπεταν κεραυνος), Γαγλία Χρήστο (Christos Gaglias), Κούτη Κωνσταντίνο, Παράλαιμο Άλκη για την πάντα θερμή υποδοχή, τις νυχτερινές κουβέντες και φιλοξενία τους, καθώς και την κόρη του φαροφύλακα Γεωργίου Κόχυλα, Πέπη Κόχυλα (Pepi Kohila) για τις άσβεστες αναμνήσεις που μοιράστηκε.
Οφείλω τέλος ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στον Μάκη Κουλουλία για την ευαισθησία του στην αξιέπαινη προσπάθεια να αποτρέψει την απομάκρυνση του οπτικού διατηρώντας το εκεί, που άνθρωποι ειδώθηκαν για λίγο με την ανεκτίμητη ομορφιά του.

***
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Τεχνολογία & Ιστορία Φάρων
Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς, Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων «Πάπυρος», 1964. Είσοδος στο θέμα «Φάρος»
Γοργορίνης, Σ. [Λογιστής Β. Ναυτικού] — Φαρικά: Εκτυπούνται Αναλώμασι του Ταμείου των Φάρων. Εν Αθήναις: Εθνικό Τυπογραφείο, 1905
Γνωμοδοτική επί των Φάρων Επιτροπή — Έκθεσις περί του φωτισμού των ελληνικών παραλίων, Eν Αθήναις, 1889.
Λυκούδης Σ. Ε. — Iστορικόν περί των Φάρων των Ελληνικών Ακτών από της Αρχαιότητος μέχρι Σήμερον, Ναυτική Επιθεώρηση, Γενικό Επιτελείο Βασιλικού Ναυτικού, 1917.
Allard, M. E. — Les Phares. Histoire – Construction – Éclairage, Paris: J. Rothschild, 1889
Barbier, F & Cie — Liste des Appareils Lenticulaires pour Phares construits depuis l’ Année 1862 par F. Barbier & Cie, Maison Barbier & Fenestre, 82, rue Curial, à Paris, s.d
Barbier, F & Cie — Phares et Fanaux Lenticulaires, Signaux Sonores, Bouées, etc. construits par F. Barbier & Cie, (Ancienne Maison Barbier & Fenestre). 82, rue Curial, à Paris, Paris: Imprimerie Seringe Frères-Noailles, 1889
Barral, M. J. – A. — Œuvres de François Arago, Notices Scientifiques Tome III, Paris : Gide et J. Baudry, 1856
Bénard, Philippe — Des Lumières Françaises dans le Monde : L’atlas des Phares Maritimes BBT (Barbier. Bénard et Turenne), Paris: Éditions du Palio, 2025
Caritat, M.L.S et all — Œuvres complètes de Condorcet, Tome IV, Paris: Henrichs, Fusch, Koenig, Levrault Schoell. 1804
Chance Brothers & Co, Limited — A Few Notes on Modern Lighthouse Practice, Birmingham, 1910
Douglass, W. T. — “Lighthouses”, Encyclopedia Britannica, 1911.
Fresnel, J. A. — Mémoire sur un Nouveau Système d’Eclairage des Phares, Paris : Imprimerie Royale, 1822
Permanent Court of International Justice — Lighthouse case between France and Greece-Judgment of March 17th 1934, Publications of the Permanent Court of International Justice-Series A./B.-No 62, Judgments, Orders and Advisory Opinions, A. W Sijthoff’s Publishing Company-Leyden (Holland), 1934
Permanent Court of International Justice — Lighthouses in Crete and Samos-Judgment of October 8th, 1937, Publications of the Permanent Court of International Justice-Series A./B.-No 71, Judgments, Orders and Advisory Opinions, A. W Sijthoff’s Publishing Company-Leyden (Holland), 1937
Reynaud Léonce — Memoir upon the Illumination and Beaconage of the Coast of France, Washington: G.P.O., 1874
Ribière M. — “Propriétés optiques des appareils des phares”, Annales des Ponts et Chaussées, 7e Série, Tome VIII, Paper No 57, Paris 2e Semestre 1894
Ribière M. — Phares et Signaux Maritimes, Encyclopédie Scientifique-Bibliothèque de Mécanique appliquée et Génie, Paris : Octave Doin Éditeur, 1908
Sénarmont, H. H., Fresnel, L. — Œuvres complètes d’Augustin Fresnel, Tome III, Paris : publiées par MM. Henri de Sénarmont, Emile Verdet et Léonor Fresnel, 1866
Stevenson, A. — A Rudimentary Treatise on the History, Construction and Illumination of Lighthouses, London: John Weale, 1850
Stevenson Th. — Lighthouse Illumination: Being a description of the Holophotal System, and of Azimuthal-Condensing, and Apparent Lights, with other Improvements, 1st Edition, 2nd Issue, London: John Weale, 1859
Stevenson Th. — Lighthouse Construction and Illumination, London & New York: E & F. N. Spon, 1881
Tag, Th. — “The Jewel in the Sand: Manufacturing Lighthouses Lenses”, The Keeper’s Long, Spring 2000
Thobie, J. — Phares Ottomans et Emprunts Turcs (1904 – 1961), Publications de La Sorbonne, Série International 3 – Université de Paris I – Panthéon-Sorbonne, Éditions Richelieu, 1972
Thobie, J. — L’Administration Générale Des Phares De L’Empire Ottoman et La Société Collas Et Michel (1860-1960), L’Harmattan, 2004

Φαροδείκτες & Πλοηγοί
Λυκούδης Σ. Ε. — Κατάλογος και Περιγραφή των Φάρων και Φανών του Ελληνικού Κράτους κατά Mάϊον 1914, Eν Aθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου 1914.
Kοτσοβίλλης, N. Γ. — Νέος Φαροδείκτης, Eν Eρμουπόλει Σύρου: Eκ του Tυπολιθογραφείου Νικολάου Φρέρη, 1908
Λυκούδης Σ. Ε. — Eλληνικός Φαροδείκτης, Δεκέμβριος 1936. Eν Πειραιεί: Tύποις Ναυτικής Σχολής Δοκίμων, 1935-1936.
Πλαστρόπουλος, Γ. — Φαροδείκτης των Ελληνικών Παραλίων, Kατά Δεκέμβριον 1897, Eν Aθήναις: εκ του Τυπογραφείου των «Νέων Ιδεών» 1897.
Υδρογραφική Υπηρεσία — Ναυτιλιακαί Οδηγίαι των Ελληνικών Ακτών “Πλοηγός”, Β Τόμος, Νοτιοανατολικαί Ακταί (Κρήτη – Ανατολικαί Ακταί Πελοποννήσου – Σαρωνικός Κόλπος – Κυκλάδες), Γ’ Έκδοσις, Αθήναι, 1978
Υδρογραφική Υπηρεσία — Ναυτιλιακές Οδηγίες των Ελληνικών Ακτών “Πλοηγός”, Δ’ Τόμος, Βόρειο και Ανατολικό Αιγαίο Πέλαγος – Δωδεκάνησα (Θρακικό Πέλαγος -Νήσοι Λήμνος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία και Παρακείμενοι Νήσοι) [Δ’ έκδοση], Αθήνα, 2007
Πολεμικό Ναυτικό: Υπηρεσία φάρων — Φαροδείκτης Ελληνικών Ακτών. Ενδ. Αρ. Κ.1500, 1983
Findlay, A. G. — A Description and List of the Lighthouses of the World, 28th Edition, published for Richard Holmes Laurie, London, 1888
Findlay, A. G. — A Description and List of the Lighthouses of the World, 30th Edition, published for Richard Holmes Laurie, London, 1890
Findlay, A. G. — The Lighthouses of the World and Coast Fog Signals, with introductory remarks, 34th Edition, Richard Holmes Laurie, 1894
Hydrographic Department, Ministry of Defence, England — Mediterranean Pilot Vol. IV, comprising the Islands of the Grecian Archipelago, with the adjacent Coasts of Greece and Turkey from Akra Tainaron on the West to Olobi Burnu on the East; Including also the Island of Kriti [N.P. No 48], Ninth Edition, published by the Hydrographer of the Navy, England, 1968 [including Supplement No. 5 – 1974, corrected to 24th December, 1974]
Service Hydrographique de la Marine — Phares et Signaux de Brume, Série D : Mer Méditerranée, Mer Adriatique et Mer Noire à Jour à la Date du 1er Janvier 1930, No 238, Paris: Imprimerie Nationale, 1930
Service Hydrographique de la Marine — Phares et Signaux de Brume, Série D : Mer Méditerranée, Mer Adriatique et Mer Noire à Jour à la Date du 1er Janvier 1933, No 248, Paris: Imprimerie Nationale, 1933
Service Hydrographique de la Marine — Phares et Signaux de Brume, Série D : Mer Méditerranée, Mer Adriatique et Mer Noire. Edition à Jour à la Date du 1er Janvier 1943, No 218, Paris: Imprimerie Nationale, 1943
Service Hydrographique de La Marine — Feux et Signaux de Brume : Mer Méditerranée, Mer Adriatique et Mer Noire [Série D, No 215], Paris: Imprimerie Nationale, 1953
Service Hydrographique de La Marine — Feux et Signaux de Brume : Mer Méditerranée, Mer Noire [Série D, No 217], Paris: Imprimerie Nationale, 1959
Κατασκευαστικά Πλάνα Φάρου Πάπα, Λοιποί Πίνακες & Χάρτες
Λιαρόπουλος Σ. [Σ.Ε.Α/ΔΝΕΡ] — Φάρος Πάππας Ικαρίας: Κάτοψις Κτηρίου Πολεμικόν Ναυτικόν: Υπηρεσία Φάρων, 7 Αυγ. 1979
Cap Papas Plan No 61, 62 . Κατασκευαστικά πλάνα Υαλοστασίου, περιστροφικού Μηχανισμού και Οπτικού συστήματος της γαλλικής εταιρίας κατασκευής.
Ημερολογιακός Πίναξ Ωρών Αφής & Σβέσης των Φάρων της Ελλάδος.
Β.Β.Τ (Barbier, Bénard et Turenne); Service des Etudes — Carte Grèce, Ref. A. 16, Balisage Maritime, Paris, n.d.
***
Ευάγγελος Σ. Λύκος




