12.3 C
Ikaria
Παρασκευή, 6 Μαρτίου, 2026

Η Μονή Μαυριάνου μέσα από την συλλογική μνήμη και παράδοση

Δείτε επίσης

Αφηγήσεις της εκπαιδευτικού Χαρούλας Κοτσάνη

Η Μονή Μαυριάνου μέσα από προφορικές μαρτυρίες και τοπικούς θρύλους που μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά στην Ικαρία. Παρουσιάζονται ιστορικά περιστατικά που αφορούν πρόσωπα που συνδέθηκαν με τη Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στου Μαυριάν(ν)ου, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Το υλικό αποτυπώνει στοιχεία της τοπικής μνήμης, με έντονη πολιτισμική και λαογραφική διάσταση, όπως αυτά έχουν διασωθεί μέχρι και τις μέρες μας.

«ΤΑ ΕΝ ΜΑΥΡΙΑΝΩ»

Περιοχή της Β.Δ. Ικαρίας όπου είναι χτισμένο το ομώνυμο Μοναστήρι.

« Η Ιερά τούτη Μονή (γράφει ο Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου Ιωάννης) ευρίσκεται μεταξύ των χωρίων Αμάλο και Βρακάδων. Ανηγέρθη περί τα τέλη του ΙΗ΄αιώνος. Έχει ολίγα κελιά και ως το 1960 διέμενον δύο μοναχοί, σήμερον είναι έρημος. Από μίαν βάσιν μαρμαρίνην κίονος κι από άλλα τεμάχια, μαρμάρινα και πήλινα, εικάζεται ότι παλαιότερον υπήρχεν εκεί αρχαίος οικισμός ή ειδωλολατρικός Ναός. Περιουσίαν κτηματικήν δεν έχει ειμή μόνον μερικούς κήπους πέριξ αυτής και ελάχιστα ελαιόδεντρα…» αυτά και μερικά ακόμα «πτωχά» μας αφήνει ο συγγραφέας του πονήματος με τίτλο: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΙΚΑΡΙΑΣ

   Όμως δεν αξίζει τόση λίγη γραφή για την μακραίωνη ιστορία του Μοναστηριού μας! αυτό λοιπόν που δεν κατάφεραν οι «επίσημοι ερευνητές» να κάνουν θα το κάνει ο λαός μας με την πλούσια προφορική του παράδοση. Έτσι λοιπόν αφουγκράζομαι κι όσο μπορώ καταγράφω…

   «Ζωγραφίζω» τη νησιωτική Πατρίδα μου: ένα βραχόβουνο καταμεσής του πελάγου που μας άφησαν κληρονομιά παππούδες και γονείς ζώντας εδώ όχι πάντα ήσυχα αλλά απλά, απέριττα, φυσικά! με τα ζωντανά τους, τα χωράφια τους, τα αμπέλια τους, τις εκκλησιές τους, τις φουρτούνες ως τα αναπάντεχα ακόμα και τα απρόβλεπτα που τους τύχαιναν… Άνθρωποι της στεριάς και της θάλασσας, της σκληρής βιοπάλης με τα κουσούρια και τις αρετές των, τις παράξενες ιστορίες των να καβαλάνε τα κύματα των χρόνων και να μη θέλουν ποτέ τον αναπαμό των! Έρχονται και ξανάρχονται, με τις διηγήσεις όσων ακόμα τις θυμούνται, οι μορφές εκείνων των Ικαριωτών να διατρέχουν άλλοτε με το «φυλάκι» στην πλάτη τα μονοπάτια του αθέρα κι άλλοτε πάλι χαμηλότερα γιαλό – γιαλό ανοίγοντας ένα ατέρμονο κουβεντολόι που όμοιό του δεν θα βρεις αλλού πουθενά!

   Στα χρόνια της Μονής ετούτης (του Μαυριάνου)έζησε κι ένας καλόγερος με όνομα Σαλλάς, παράλληλα στον μοναχικό βίο του Σαλλά δρούσε και συχνά τάραζε την «τάξη του μοναχισμού» ένας άλλος «ψευτο/καλόγερος» ετούτος από τις Ράχες ο οποίος ήταν σχεδόν κατ’ επάγγελμα ολίγον πονηρός και περισσότερο από ολίγον κλεφτάκος! Στα ενδιαφέροντα των πολλαπλών ασχολιών του ήταν και η κλοπή κατσικιών (συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια).

  Το λημέρι του ή «γιατάκι» με σκοπό να κρύβει την λεία που αποσπούσε από την ολοήμερη μα προπάντων την ολονύκτια εργασία του το είχε φτιάξει για ευκολία απέναντι από το Μοναστήρι με αποτέλεσμα να έρχεται πολλές φορές σε ρήξη με τον κανονικό καλόγερο, θύμα κι ετούτος των άνομων πράξεων του γείτονα….

  Κάποτε ο Σαλλάς αποφάσισε να λύσει μια κι έξω τους λογαριασμούς του με αυτόν τον «ψευτο/καλόγερο», έτσι κι έκανε αφού πρώτα συμμάχησε με τους περιβόητους «θαλασσοπειρατές» Μυκονιάτες τακτικούς επισκέπτες της νήσου μας. Ένα βράδυ μπήκαν στο λημέρι του «κατσικοκλέφτη» κι αφού τον έκαναν τόπι στο ξύλο, τον έδεσαν τραβώντας τον σε κάτι πέτρινα σκαλοπάτια… δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά του έσφαξαν όσα ζώα βρήκαν βέβαιοι ότι τα είχε κλέψει, του έσπασαν κι όσες βυτίνες βρήκαν γεμάτες με κλεψιμέδικα λάδι, κρασί, σύκα…

   Τέτοια τιμωρία ήταν ανήκουστη για την εποχή, με συνοπτικές διαδικασίες επήλθε η κάθαρση κι έλαμψε η Δικαιοσύνη!

Ο Σαλλάς μετά από αυτά τα γεγονότα, που η φήμη τους έφτασε με την ταχύτητα της εποχής από την μια ως την άλλη άκρη του νησιού, συνέχισε να εργάζεται ανεμπόδιστα και με περισσότερο ζήλο για το καλό της Μονής, γέροντας πια προς το τέλος της ζωής του, πήρε κοντά μία του αδερφή για να τον βοηθάει εκτελώντας και χρέη καλόγριας.

 Στη συνέχεια στη Μονή αυτή αφιερωμένη στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ της ΘΕΟΤΟΚΟΥ μόνασε ένας νέος φερμένος από αλλού…

όνομα: Τσαρνάς όπου φαίνεται να ήρθε η οικογένεια αυτή από την περιοχή της Σμύρνης μετά τον διωγμό του 1922, ετούτος είχε μαζί του χρήματα και λίρες. Με τα χρήματα αυτά έδωσε νέα πνοή στο Μοναστήρι καθώς υπήρξε πολύ εργατικός και δημιουργικός.

   Με την άφιξη του Τσαρνά εμφανίστηκε κι εκείνος ο «ψευτο/καλόγερος» ο οποίος παρά την τιμωρία του δεν ξέχασε ποτέ τις παλιές του συνήθειες κι άρχισε πάλι να «ενοχλεί» το νεόφερτο Μοναχό…. Αυτός όμως για να τον αποτρέψει πήρε μια μέρα ένα θρινάκι, κι αφού του αφαίρεσε την μεσαία ακίδα, το έβαλε στα μάτια του εν λόγω κακοήθη απειλώντας τον να τον τυφλώσει, τελικά τον απομάκρυνε με την βία και δια παντός από το μοναστήρι και κάπου εκεί χάνονται και τα ίχνη του«ψευτο/καλόγερου».

Έμεινε ο Τσαρνάς αρκετά χρόνια υπηρετώντας τη Μονή, το τέλος της ζωής του το πέρασε στις Ράχες κοντά σε κάποια ανιψιά του, όπου ελέγετο ότι τις εμπιστεύτηκε και το πουγκί με τα τελευταία εναπομείναντα της Σμύρνης… Μετά από αυτόν κατά την περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στην Μονή συναντάμε ως Μοναχό έναν Βατούγιο από το παραπλήσιο χωριό Αμάλου, ο οποίος πέθανε πολύ νέος (για τα δεδομένα της Ικαρίας) μόνο 45 χρονών, μάλλον εξ΄ αιτίας ασιτίας από την υπερβολική νηστεία σε συνδυασμό με την πείνα της κατοχής που είχε απλωθεί σε όλο το νησί. Είναι ίσως κι ο μοναδικός καλόγερος θαμμένος στο χώρο του Μοναστηριού.

     Ο Πάτερ Ιωάννης όπως βλέπουμε στο βιβλίο του αναφέρει δύο Μοναχούς χωρίς ονόματα ως το 1960. Πάντως ο Πάτερ Στυλιανός Κοτσορνίθης όπου σε εκείνον οφείλεται και η παραπάνω διήγηση, υπήρξε εφημέριος της περιοχής το 1962 και θυμάται ως τελευταία καλόγρια της Μονής την κόρη του «Κουτσουμπέλου» το γένος Καρίμαλη.

   Έχουμε ακόμα μια σημαντική μαρτυρία για γυναικεία παρουσία εδώ επί τουρκοκρατίας: το 1870 θεμελίωσε το σχολείο Αμάλου η Μοναχή της Ι.Μ. Ε. «Μαυριάνου» Σοφία Κράτσα όπου και πρωτοδίδαξε ως Δασκάλα.

   Σήμερα το Μοναστήρι έχει αναπαλαιωθεί με χορηγία του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου, δεν έχει πια μήτε Μοναχούς μήτε Μοναχές, συνεχίζεται όμως η παράδοση να εορτάζεται με πανηγυρικό τρόπο κάθε 25η Μαρτίου και κατά περίεργο τρόπο κάθε Πρωτομαγιά!

  • Κάθε τόπος όπως και ο δικός μας έχει τα «σεντούκια» του με τους λαογραφικούς θησαυρούς καλά κρυμμένους. Ένας τρόπος να τα ανοίγουμε κάθε φορά που τα χρειαζόμαστε για να συνεχίσουμε είναι η καταφυγή στην προφορική παράδοση που είναι ζωτικής σημασίας για τη λαογραφία και την ιστορία, καθώς μεταδίδει πολιτισμικές αξίες, συλλογική μνήμη και γνώση από γενιά σε γενιά μέσω θρύλων ή τραγουδιών ή προφορικών μαρτυριών. Παρόλο που μπορεί μια διήγηση να είναι υποκειμενική, αποτελεί ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών που έρχεται να συμπληρώσει ακόμα και να διορθώσει γραπτές πηγές, ιδίως για γεγονότα και εμπειρίες που αλλιώς θα χάνονταν στη λήθη του χρόνου…

Χαρούλα Κ. Κοτσάνη

Η εκπαιδευτικός Χαρούλα Κοτσάνη

Νεότερα στοιχεία / Προφορικές μαρτυρίες

Μετά τη δημοσίευση του κειμένου της κ. Κοτσάνη, η οποία επισημαίνει ότι βασίστηκε σε διήγηση του Πάτερ Στυλιανού Κοτσορνίθη, κατατέθηκαν τρεις συμπληρωματικές προφορικές μαρτυρίες για τη Μονή Μαυριάνου από τον κ. Αργύρη Πολίτη, την κ. Μαρία Τσαμουδάκη και τον κ. Νίκο Ροζίνο. Παρατίθενται αυτούσιες, σε χρονολογική σειρά καταγραφής, ως συμπλήρωμα στο διαθέσιμο υλικό και ως μέρος της ζωντανής προφορικής παράδοσης και της συλλογικής μνήμης, με την ελπίδα να προκύψουν και άλλες σχετικές πληροφορίες ή τεκμήρια γύρω από την ιστορία της Μονής.

Μαρτυρία Αργύρη Πολίτη (Χριστός Ραχών, 20 Οκτωβρίου 2025, 7:30 μ.μ.)

Πράγματι οι τελευταίες μοναχές που έζησαν εκει ήταν η Βασιλεία Καρίμαλη από τις Ράχες και η Ελένη Τσαμουδάκη από το χωριό Αμάλου.

Η Βασιλεία Καρίμαλη ήταν αδελφή μεταξύ άλλων και του Στέφανου Καρίμαλη “Κουτσουμπέλου” όπως λέει ο ιερέας και έζησε εκεί περίπου από το τέλος του β΄πολέμου (1945) μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1960. Περί το έτος 1961(σε πολύ μεγάλη ηλικία) με την συνοδεία ιερέα από την Ικαρία ταξίδεψε στην Σάμο, για λόγους υγείας και θρησκευτικούς και κατά την επιστροφή της ασθένησε με εγκεφαλικό. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι της αδελφής της Όλγας Γ. Μαλαχία (Καρίμαλη) στον Άγιο Δημήτριο Ραχών όπου απεβίωσε και ενταφιάστηκε.

Η μοναχή Ελένη Τσαμουδάκη έζησε στο μοναστήρι μαζί με την μοναχή Βασιλεία δεν γνωρίζουμε από πότε αλλά μετά τον θάνατο της Βασιλείας, εγκατέλειψε το μοναστήρι και πήγε στην Αττική σε άλλο μοναστήρι που υπήρχαν μοναχές του παλαιού ημερολογίου.

Αυτά για ενημέρωση και μακάρι να βρεθούν και άλλα παρόμοια και ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία του νησιού μας.

Μαρτυρία Μαρίας Τσαμουδάκη (Καρκινάγρι, 21 Οκτωβρίου 2025, 2:10 μ.μ.)

Ο καλόγερος που έζησε εκεί στα χρόνια της κατοχής δεν ήταν Βατούγιος. Ήταν Γενούζος. Αδελφός του παππού μου. Άνοιξε το στομάχι του και πέθανε νέος.

Μαρτυρία Νίκου Ροζίνου (Βρακάδες, 23 Οκτωβρίου 2025, 10 π.μ.)

Σχετικά με τα δημοσιεύματα για τη Μονή Μαυριάνου, και επειδή οι παραδόσεις πρέπει να καταγράφονται ώστε να παραδίδονται στις επόμενες γενιές, θέλω να παραθέσω συμπληρωματικά τα εξής:

Πρώτον: Σχετικά με τη διαμάχη μεταξύ των δύο μοναχών, δηλαδή του Σαλλά και του Ραχιώτη, που κατά το δημοσίευμα και την παράδοση είχε παραβατική συμπεριφορά και είχε το όνομα Γαβριήλ, η διήγηση που έχω ακούσει και φαίνεται ως πιθανότερη είναι ότι: Ο καλόγερος Γαβριήλ για να διώξει από τη Μονή τον Σαλλά, συνεργάστηκε με Μυκονιάτες κακοποιούς, οι οποίοι ήρθαν στη Μονή μία νύχτα, έσπασαν τις βυτίνες (πιθάρια) με το κρασί και το λάδι και έβαλαν φωτιά στον αχυρώνα. Από τη φωτιά κάηκε όχι μόνον ο αχυρώνας, αλλά και τα βόδια που ήταν στον στάβλο κάτω από τον αχυρώνα. Παρ’ όλα αυτά ο Σαλλάς δεν πτοήθηκε και δεν έφυγε από τη Μονή. Έτσι ο άλλος δεν εμφανίζεται σε αυτήν. Επανήλθε αργότερα, όταν απεβίωσε ο Σαλλάς και στη Μονή ήρθε ο αναφερθείς στο δημοσίευμα Τσαρνάς. Και πάλι η συμβίωση, κατά την παράδοση, δεν ήταν ομαλή και δεν είχε διάρκεια. Ο Τσαρνάς ήταν παπάς και το όνομά του Λεόντειος. Αναφερόταν από κατοίκους της περιοχής ως «παπά-Λεόντειος». Ήταν μάλιστα από την οικογένεια του αείμνηστου γυμνασιάρχη Γιάννη Τσαρνά, πιθανόν θείος του.

Δεύτερον: Ο μοναχός που αναφέρεται ότι απεβίωσε νέος ήταν Γενούζος, από το χωριό Αμάλου, και το όνομά του Διονύσιος. Ήταν πολύ εργατικός και έκανε πάρα πολλά έργα στη Μονή. Απεβίωσε το 1946 μετά από διάτρηση στομάχου. Υπέφερε από το στομάχι του και όταν του έλεγαν να πάει στον γιατρό, η απάντησή του ήταν: «Οι μοναχοί δεν χρειάζονται μακροζωία».

Τρίτον: Μετά τον θάνατο του μοναχού Διονυσίου, για μικρό χρονικό διάστημα έμειναν στη Μονή εξόριστοι, όταν η διαβίωσή τους στο νησί ήταν κάπως πιο ελεύθερη, χωρίς καθημερινά προσκλητήρια, και καλλιεργούσαν τα κτήματα της για να εξασφαλίσουν την τροφή τους.

Τέταρτον: Τις τελευταίες ημέρες του 1955, που στη Μονή βρίσκονταν οι δύο μοναχές, έγινε μεγάλη καταστροφή στα κτήματα της Μονής από ισχυρή νεροποντή. Παρασύρθηκαν κήποι, αμπέλια και πολλά οπωροφόρα δένδρα που ήταν εκατέρωθεν του ρέματος, νοτιοδυτικά των κτισμάτων της Μονής.

Πέμπτον: Στη Μονή, μαζί με τη μοναχή Βασιλεία Καρίμαλη, διέμενε για κάποιο διάστημα και η μητέρα της, πρεσβυτέρα Γραμματική Καρίμαλη, χήρα του παπα-Κυριάκου Καρίμαλη. Αυτή απεβίωσε και ετάφη στη Μονή. Υπάρχει μάλιστα και ο τάφος της.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι με τη δωρεά από το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» συντηρήθηκε ο ναός της Μονής και πλακοστρώθηκε ο περιβάλλων χώρος και ο δρόμος που οδηγεί σε αυτή. Τα κελιά συντηρήθηκαν και συνεχίζεται η συντήρησή τους (ανακατασκευή στέγης και κουφωμάτων, πλακόστρωση δαπέδων κ.λπ.), σύμφωνα με εκπονηθείσα μελέτη που εγκρίθηκε από τη Ναοδομία και την Εφορεία Μεταβυζαντινών Μνημείων, από προσφορές κατοίκων της περιοχής και προσκυνητών.

More articles

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Oldest
Newest Most Voted
Inline Feedbacks
View all comments

Latest article